Όσο εντυπωσιακό και αν ακούγεται, η ψυχοθεραπεία δεν ασχολείται με τη θεραπεία της ψυχής.

Προκειμένου να το εξηγήσουμε αυτό, καθώς και τον πραγματικό σκοπό της ψυχοθεραπείας, πρέπει πρώτα να κάνουμε μία σύντομη ιστορική αναδρομή στην ιστορία της ψυχολογίας.

Στην αρχαιότητα αλλά και αργότερα η ψυχολογία δεν αποτελούσε ξεχωριστή επιστήμη αλλά κλάδο της φιλοσοφίας.

Πρώτος ο Αριστοτέλης μελέτησε τους συνειρμούς.

Ο Καρτέσιος θεωρούσε ότι η ψυχή βρίσκεται πάνω από το κεφάλι μας και δίνει εντολές στον εγκέφαλο μέσω της υπόφυσης.

Οι πεποιθήσεις αυτές δείχνουν πόσο πολύ τα θρησκευτικά πιστεύω είχαν αναμιχτεί αρχικά με την επιστημονική έρευνα στον κλάδο της ψυχολογίας. Έτσι, ο όρος ψυχή, παρότι φιλοσοφικός και θρησκευτικός όρος (με την έννοια ότι επιστημονικά δεν έχουμε αποδείξει την ύπαρξή της), παρέμεινε προκειμένου να περιγράφει φαινόμενα όπως τα συναισθήματά μας, τη σκέψη μας, τα οποία δεν θεωρούνται ‘χειροπιαστά’ όπως άλλα σωματικά όργανα, το στομάχι, για παράδειγμα.

Δυστυχώς, μία λανθασμένη ‘κληρονομιά’ που άφησε η χρήση του όρου αυτού, είναι η συχνά λανθασμένη αντίληψη ότι αν κάποιος έχει για παράδειγμα άγχος, νοσεί η ψυχή του, πάσχει δηλαδή από κάτι άυλο και επομένως μη εύκολα αντιμετωπίσιμο.

Ο όρος ψυχοθεραπεία αν τον μεταφράσουμε κυριολεκτικά σημαίνει ότι κάποιος ειδικός θεραπεύει την ψυχή μας, κάτι το οποίο δεν ισχύει σε καμία περίπτωση. Καθώς προσπαθούμε να δώσουμε επιστημονική υπόσταση στις λεγόμενες ‘ψυχικές’ καταστάσεις χωρίς να αναφερθούμε σε δυσνόητους νευροψυχολογικούς όρους, δεν θα μπορούσαμε να μην κάνουμε μία αναφορά στην έννοια του ασυνειδήτου.

Η ύπαρξη του ασυνειδήτου έχει εδώ και πολλά χρόνια αποδειχθεί επιστημονικά με ένα συγκεκριμένο όργανο το οποίο ονομάζεται ταχυσκόπιο. Το συγκεκριμένο έχει τη δυνατότητα να προβάλει εικόνες σε τόσο γρήγορη ταχύτητα που δεν συνειδητοποιούμε τις εικόνες που είδαμε.

Στο συγκεκριμένο πείραμα λοιπόν, τα άτομα στα οποία προβλήθηκαν σε τόσο μεγάλη ταχύτητα εικόνες, ανέφεραν ότι είδαν τις εικόνες αυτές στα όνειρά τους, όπου η πρόσβαση στο ασυνείδητό μας είναι κάπως μεγαλύτερη.

Γνωρίζουμε ότι ο εγκέφαλος μας διαθέτει μία τεράστια μνήμη, μεγάλο μέρος της οποίας δεν μας είναι συνειδητό. Για παράδειγμα, μπορούμε να ανακαλέσουμε ακόμα και αν προσπαθήσουμε, μόνο κάποιες εικόνες από τα πρώτα χρόνια της ζωής μας και μάλιστα ελάχιστες.

Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι το μυαλό μας προκειμένου να μας ‘προστατεύσει’ διαθέτει μηχανισμούς οι οποίοι, για παράδειγμα, μπορούν να εμποδίσουν τη δυνατότητα να ανακαλέσουμε ηθελημένα, τραυματικά γεγονότα από τη μνήμη μας.

Δυστυχώς, οι μηχανισμοί αυτοί δεν είναι τέλειοι. Για το λόγο αυτό σε αρκετές περιπτώσεις θυμάτων κακοποίησης, το ψυχικό τραύμα, παρότι το άτομο μπορεί να μη θυμάται ακόμη και καθόλου τα γεγονότα, μπορεί να εκδηλωθεί με σωματικούς πόνους ή με διάφορες αντιδράσεις στη γενικότερη συμπεριφορά του.

Χωρίς να απορίπτει τη φιλοσοφική ύπαρξη της ψυχής, όσο εντυπωσιακό κι αν ακούγεται, η ψυχολογία δεν ασχολείται με αυτήν, παρότι έχει μείνει ως πρώτο συνθετικό σε πολλούς επιστημονικούς όρους που χρησιμοποιεί.

Σήμερα είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε ότι στον εγκέφαλό μας υπάρχουν δύο περιοχές οι οποίες έχουν η καθεμία μια σημαντική εξειδίκευση.

Ο ‘λογικός’ εγκέφαλος που εντοπίζεται περίπου στην περιοχή του μετώπου μας (μετωπιαίος λοβός) μπορούμε να πούμε ότι αποτελεί την έδρα της λογικής μας σκέψης.

Στο κέντρο περίπου του εγκεφάλου μας, βρίσκεται η περιοχή η οποία ονομάζεται μεταιχμιακό σύστημα και θα μπορούσαμε να τη χαρακτηρίσουμε ως κέντρο των συναισθημάτων μας. Αυτή διαθέτει και ενεργοποιεί κατά την κρίση της το έμφυτο όπλο του άγχους, αν κρίνει ότι βρισκόμαστε σε κίνδυνο.

Οι δύο αυτές εγκεφαλικές περιοχές βρίσκονται σε μία πολύ καλή και συνεχή συνεργασία, δεν είναι αντίθετες. Όταν, για παράδειγμα, κανονίζουμε ένα ραντεβού για καφέ με κάποιον φίλο μας, σκεφτόμαστε με τη λογική την ώρα που μπορούμε να οργανώσουμε τη συνάντηση αλλά επιλέγουμε και με το συναίσθημα την ώρα της συνάντησης που θα μας ήταν πιο ευχάριστη.

Άνθρωποι που έχουν υποστεί σοβαρό εγκεφαλικό τραύμα από ατύχημα στην περιοχή του μεταιχμιακού συστήματος, έχουν παρουσιάσει έως και αδυναμία να αναγνωρίσουν τις συναισθηματικές εκφράσεις στα πρόσωπα άλλων ανθρώπων. Αδυνατούν, για παράδειγμα, να καταλάβουν αν κάποιος είναι θυμωμένος ή χαρούμενος, μόνο από τις εκφράσεις του προσώπου του.

Ευτυχώς πλέον γνωρίζουμε ότι υπεύθυνος για τα λεγόμενα ‘ψυχικά φαινόμενα’ όπως η σκέψη μας, η συνείδηση, τα συναισθήματα, είναι ο εγκέφαλός μας. Γνωρίζουμε ότι αν κάτι μας προκαλεί άγχος και φόβο, είναι επειδή ο εγκέφαλός μας στη μνήμη του, το έχει αποθηκεύσει ως θεωρούμενη ‘απειλή’ και έχει ‘μάθει’ σε ανάλογες καταστάσεις να ενεργοποιεί τον μηχανισμό άμυνας που λέγεται άγχος, έμφυτο σε όλους τους ανθρώπους.

Το τι ακριβώς είναι αποθηκευμένο στη μνήμη μας, μιας και όλο το περιεχόμενό της δεν είναι προσβάσιμο από τη λογική μας σκέψη, είναι για παράδειγμα ένα από τα αντικείμενα που ο ειδικός επιδιώκει να ανιχνεύσει και αν απαιτείται να θεραπεύσει, με τη χρήση του λόγου και λογικών ερωτήσεων.

Ο εγκέφαλός μας είναι ένας πανίσχυρος υπολογιστής, ο οποίος όμως δεν διαθέτει μια γλώσσα προγραμματισμού, όπως έχουν οι κατασκευασμένοι από τον άνθρωπο υπολογιστές. Το μέσον που διαθέτουμε για να ‘δούμε’ τον τρόπο που ‘έχουμε μάθει’ να σκεφτόμαστε, ή τι δεν μπορεί να ανακαλέσει η μνήμη μας, είναι ο λόγος που χρησιμοποιείται από τον ψυχολόγο κατά τη συνομιλία με το άτομο που έχει απέναντί του.

Ένα εμφανέστατο παράδειγμα σε αυτό που αναφερόμαστε είναι αυτό που βλέπουμε συχνά σε ανθρώπους που έχουν υποστεί σεξουαλική κακοποίηση. Το ‘ψυχικό’ τραύμα είναι ‘αποθηκευμένο’ στη μνήμη του ατόμου, το οποίο χρόνια μετά, παρότι μπορεί να βρίσκεται σε σχέση με έναν πολύ αξιόλογο σύντροφο, μπορεί να βιώνει ‘πόνο’ στη γενετήσια περιοχή, πόνος ο οποίος δεν είναι ‘οργανικός’ αλλά οφείλεται καθαρά σε ψυχογενή αίτια.

Η ίαση επέρχεται με τη συνειδητοποίηση από τη λογική του ατόμου, του πραγματικού λόγου που του προκαλεί δυσφορία. Ως έλλογα όντα, πρέπει να κατανοήσουμε κάτι, προκειμένου να μπορέσουμε να το πολεμήσουμε και να το νικήσουμε.

Καθώς η αυτοανάλυση είναι κάτι το οποίο δεν μπορεί να γίνει από το ίδιο το άτομο σωστά και χωρίς υποκειμενισμό, και με δεδομένο ότι δεν υπάρχει ο ‘παντοδύναμος’ άνθρωπος ο οποίος έχει πλήρη επίγνωση του ίδιου του εαυτού, είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι η ψυχολογία αποτελεί μία πραγματική επιστήμη, άμεσα συνδεδεμένη και συνεργαζόμενη με την ιατρική επιστήμη.