Είναι γεγονός, ότι ορισμένοι μαθητές που δεν τα πηγαίνουν καλά στο σχολείο μέχρι την ηλικία των δώδεκα ετών περίπου, πιθανώς, δεν έχουν ανεπτυγμένα, ένα ή περισσότερα από τα στοιχεία ,που η σύγχρονη παιδοψυχολογία ονομάζει συναισθηματική νοημοσύνη.

Συχνά, αυτά τα παιδιά ,αντιμετωπίζουν πρόσθετες γνωστικές δυσκολίες όπως π.χ. τα μαθησιακά προβλήματα. Με την πάροδο των σχολικών χρόνων τα παιδιά αυτά, μένουν πάντα πίσω από τους συμμαθητές τους, αποθαρρύνονται όλο και περισσότερο , πικραίνονται και συμπεριφέρονται διασπαστικά.


Συνεπώς, τεράστια σημασία έχει αυτό που ονομάζουμε ετοιμότητα, μια κρίσιμη δεξιότητα, η οποία περιέχει τα παρακάτω στοιχεία συναισθηματικής νοημοσύνης (E. Q.)

  • Εμπιστοσύνη. Δηλαδή, αίσθηση ελέγχου και άνεσης του παιδιού πάνω στο σώμα του και στη συμπεριφορά του. Περιέχει, επίσης, το προκαταβολικό συναίσθημα για πιθανή επιτυχία στις συναλλαγές και στο παιχνίδι με τα άλλα παιδιά
  • Περιέργεια. Η εντύπωση του παιδιού ότι η ανακάλυψη και οι καινούργιες ιδέες του θα είναι θετικές και θα προσφέρουν ικανοποίηση
  • Πρόθεση. Περιέχει την αίσθηση επιδεξιότητας και αποτελεσματικότητας του πράξεις αδρής και λεπτής κινητικότητας
  • Αυτοέλεγχος. Η ικανότητα του παιδιού να συντονίζει και να ελέγχει τις κινήσεις του με τρόπους κατάλληλους προς την ηλικία του
  • Αρμονικότητα. Η ικανότητα του παιδιού να σχετίζεται με τους άλλους έχοντας άμεση κατανόηση και συναίσθημα για την κατάσταση τους
  • Ικανότητα επικοινωνίας. Η επιθυμία και η ικανότητα του παιδιού να ανταλλάσει , με τρόπο λεκτικό κυρίως , ιδέες ,συναισθήματα και έννοιες με τους συνομηλίκους του
  • Συνεργασιμότητα. Η δεξιότητα του παιδιού και η συναισθηματική ωριμότητα να περιμένει την σειρά του στις ομαδικές δραστηριότητες.
    (Τα επτά συστατικά στοιχεία της ετοιμότητας σύμφωνα με τον Gottman.J., 1997)

Γόνιμα ερωτήματα για τον εκπαιδευτικό, τον σχολικό ψυχολόγο

  • Πώς αντιλαμβάνεται η ομάδα της σχολικής τάξης τη θέση των συμμαθητών με υπερκινητικότητα, των μόνιμα προβληματισμένων μαθητών;
  • Τι είναι εκείνο που 'ακούν' μέσα απ’ τον απείθαρχο, συναισθηματικό τους λόγο;
  • Τι είναι εκείνο που 'βλέπουν' μέσα απ ’την κυκλοθυμική συμπεριφορά τους;
  • Πώς αντιλαμβάνονται τα παιδιά τη θέση του συμμαθητή τους με διάσπαση προσοχής και πώς υποδέχονται τους υπερκινητικούς φίλους τους, σαν μέλη της σχολικής οικογένειας και σαν αντίληψη που εκφράζουν οι ενέργειες και η στάση τους;
  • Πώς ο εκπαιδευτικός και ο ψυχολόγος αντιλαμβάνεται την ιδιορρυθμία και την ιδιαιτερότητα των υπερκινητικών παιδιών μέσα στη σχολική τάξη;
  • Ποιες είναι οι αναπαραστάσεις του και τα στερεότυπά του για τα παιδιά με ελλειμματική προσοχή;
  • Πόσο καταρτισμένος και επιστημονικά ενήμερος είναι σήμερα ο Έλληνας εκπαιδευτικός, ώστε να αντιμετωπίσει με επιτυχία τέτοιου είδους πραγματικότητες στη σχολική ομάδα;
  • Κατά πόσο γνωρίζει ο δάσκαλος ότι η στάση του (χαρακτηρισμοί, μη λεκτική επικοινωνία, θέση απέναντι έκτακτων προβλημάτων, αναφορές στη συμπεριφορά παιδιών με υπερκινητικότητα, στάση στις ομαδικές συγκρούσεις) τυγχάνει καθοριστικής σημασίας για το σχηματισμό της ομαδικής αναπαράστασης για τα παιδιά αυτά και για την συνήχηση της ομάδας;
  • Μήπως θα έπρεπε να αλλάξει η δομή και η φύση της Ελληνικής σχολικής κοινωνίας, ώστε μαζί με τον εκπαιδευτικό και τον ψυχολόγο να συνεργαστούν στο σχολικό πεδίο και άλλοι ειδικοί επιστήμονες (κοινωνιολόγοι, γλωσσολόγοι κ .λ. π.) για μια υγιή, πολυπαραγοντική, διεπιστημονική αντιμετώπιση των προβλημάτων της σύγχρονης εκπαίδευσης;