Η ακοή ,αποτελεί μια εξαιρετικά σύνθετη λειτουργία, η οποία διέπεται από νόμους της φυσικής για την μετάδοση του ήχου και επηρεάζεται από διάφορους παράγοντες, όπως η ανατομία του ακουστικού πόρου, η παθοφυσιολογία του μέσου ωτός, το μέσο μετάδοσης και πολλά άλλα. Συνεπώς είναι πολύ σημαντικό, η εφαρμογή ενός ακουστικού να λαμβάνει υπόψιν αυτούς τους παράγοντες, οι οποίοι πολλές φορές προσδίδουν φυσικά οφέλη αλλά και περιορισμούς κατά την ενίσχυση του ήχου με ένα ακουστικό βαρηκοΐας.

Για να πετύχουμε τα βέλτιστα αποτελέσματα στην εφαρμογή ενός ακουστικού, αυτά θα πρέπει να είναι μετρήσιμα και να μπορούν να επαληθευτούν, λαμβάνοντας υπόψη στην εφαρμογή και ρύθμιση ενός ακουστικού, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του κάθε πόρου και της κάθε δυσκολίας στην ακοή.

Η εφαρμογή των συστημάτων REM (Real Ear Measurement) και RECD (Real Ear to Coupler Difference), φροντίζει για να έχουμε μια αξιόπιστη, ακριβή, προσωποποιημένη και μετρήσιμη εφαρμογή ενός ακουστικού βαρηκοΐας, σύμφωνα με τις διεθνείς προδιαγραφές εφαρμογών.

Τοποθετώντας ένα μικρόφωνο πλησίον της τυμπανικής μεμβράνης, μπορούμε να καταγράψουμε ακριβώς την απόδοση της εφαρμογής ενός ακουστικού, και να επαληθεύσουμε ότι πληροί τους στόχους και καλύπτει τις ανάγκες της συγκεκριμένης βαρηκοΐας, στον συγκεκριμένο πελάτη. Επιπροσθέτως με την μέτρηση RECD , υπολογίζουμε τα φυσικά χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου ακουστικού πόρου, προβαίνοντας στην βελτιστοποίηση της προσωποποιημένης ρύθμισης του ακουστικού.

Η λειτουργικότητα των συστημάτων επαλήθευσης, έχει μακράν μελετηθεί με πληθώρα αναφερόμενων πλεονεκτημάτων (Seewald 1997) συμπεριλαμβανομένων: 

  • Ο ακοολόγος γνωρίζει  ακριβώς τα επίπεδα ενίσχυσης του ήχου που καταλήγουν στον ακουστικό πόρο.
  • Τα ιδιαίτερα   χαρακτηριστικά της ακουστικής οδού και της εφαρμογής των εκμαγείων  λαμβάνονται υπόψη στην ρύθμιση, βοηθώντας στην αποφυγή τυχόν σφαλμάτων που προκύπτουν από την χρήση μη ειδικών μέσων τιμών.
  • Η απόκριση του ακουστικού βαρηκοΐας, είναι μετρήσιμη και μπορεί να ελεγχθεί απόλυτα, σε πλήρως ελεγχόμενες ακουστικές συνθήκες.
  • Μειώνεται ο χρόνος και το επίπεδο υποκειμενικότητας των απαντήσεων που απαιτείται για τη σωστή εφαρμογή του ακουστικού.

Η εφαρμογή συστημάτων REM είναι κλινικά αποδεδειγμένη ότι παρέχει οφέλη στην αναγνώριση φωνημάτων και λέξεων, ακόμα και αν αυτά είναι χαμηλής έντασης. Το 79% των ερευνηθέντων, προτιμά τον τρόπο που ακούει μετά από εφαρμογή με σύστηματα REM (Valente et al. 2017), καθώς επίσης χρόνιοι χρήστες ακουστικών αναφέρουν ομοίως μεγάλα οφέλη, μετά από την εφαρμογή σταθμισμένων ερωτηματολογίων για την απόδοση σε διάφορες ακουστικές καταστάσεις (Abrams et al. 2012).

Η εφαρμογή αυτών των συστημάτων, γίνεται από ειδικευμένα άτομα στην Ακοολογία, και εξασφαλίζει την αποτελεσματικότητα της εφαρμογής ενός ακουστικού σε κάθε χρήστη ακουστικού βαρηκοϊας.