Ανησυχία ως προς την ικανότητά τους να θηλάσουν αλλά και ως προς τις τυχόν επιπτώσεις στην υγεία του βρέφους και των ιδίων έχουν συχνά οι γυναίκες που επιθυμούν να προχωρήσουν σε αυξητική στήθους ή ήδη έχουν πραγματοποιήσει το όνειρό τους. Ωστόσο, τα στοιχεία που προκύπτουν από τις μελέτες είναι καθησυχαστικά, και η συντριπτική πλειονότητά τους δείχνει ότι και διατηρούν την ικανότητα θηλασμού και αυτός είναι ασφαλής για τα νεογέννητα.

«Η εικόνα του σώματος αποτελεί βασικό πυλώνα της προσωπικής και επαγγελματικής καταξίωσης, σύμφωνα με τα προβαλλόμενα από τα μέσα ενημέρωσης πρότυπα.  Το καλοσχηματισμένο και αναλογικό με το υπόλοιπο σώμα μπούστο τραβά την προσοχή και αποτελεί σύμβολο θηλυκότητας, σεξουαλικότητας, γονιμότητας και μητρότητας. Όμως, η φύση δεν χαρίζει σε όλες πλούσιο στήθος.
Επιπλέον, η γήρανση, η απώλεια βάρους, η εγκυμοσύνη και ο θηλασμός επιφέρουν πτώση των μαστών. Η θέση του στήθους χαμηλώνει στο θωρακικό τοίχωμα, το περίγραμμά του αλλάζει και η πληρότητα του άνω πόλου παρουσιάζει μείωση. Έτσι, πολλές γυναίκες για να πλησιάσουν την “ιδανική” εικόνα και να τονώσουν πρώτα την ψυχολογία τους αλλά και να βελτιώσουν την εντύπωση που δίνουν, προσφεύγουν σε αυξητική στήθους, καθιστώντας την ως την πιο δημοφιλή πλαστική χειρουργική επέμβαση παγκοσμίως», μας εξηγεί οΠλαστικός Χειρουργός Γεώργιος Βελημβασάκης.

Οι γυναίκες, δηλαδή, που επιθυμούν να αλλάξουν την εικόνα του στήθους τους είναι είτε νέες που βρίσκονται σε αναπαραγωγική ηλικία, είτε γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας που έχουν ήδη κάνει παιδιά και θέλουν να διορθώσουν τις συνέπειες της εγκυμοσύνης ή να καταπολεμήσουν τις επιπτώσεις της γήρανσης ή την απώλεια των μαστών τους μετά από μια χειρουργική μαστεκτομή.

Για τον πρώτο τύπο γυναικών, παρότι δεν επιθυμούν όλες να γίνουν μητέρες ούτε να θηλάσουν οπωσδήποτε, για ένα σημαντικό ποσοστό ο κύριος λόγος αναστολής είναι ο προβληματισμός εάν ο θηλασμός θα έχει αρνητικές επιπτώσεις, δεδομένου ότι αυτός ο φυσιολογικός τρόπος σίτισης των βρεφών συνιστάται ανεπιφύλακτα από τους ιατρούς εξαιτίας των σημαντικών ευεργετικών επιδράσεών του τόσο στα βρέφη όσο και στις μητέρες.

Μελέτες έχουν αποκαλύψει ότι τα παιδιά που θηλάζουν αποκλειστικά τους πρώτους μήνες της ζωής τους έχουν μικρότερο κίνδυνο να αναπτύξουν ορισμένες ασθένειες, όπως διαβήτη, παχυσαρκία και σύνδρομο αιφνίδιου βρεφικού θανάτου. Τα προστατεύει επίσης από λοιμώξεις και τους χαρίζει αυξημένη ευφυΐα. Για τη μητέρα, ο θηλασμός μπορεί να την προστατεύσει από τον καρκίνο του μαστού, τον καρκίνο των ωοθηκών και τον διαβήτη τύπου 2. Ωστόσο, μόνο το 60% των γυναικών θηλάζουν αποκλειστικά το νεογέννητο και το ποσοστό μειώνεται στο 18% όταν το παιδί είναι 6 μηνών.

«Ο προβληματισμός για την ασφάλεια των εμφυτευμάτων ξεκίνησε από την πρώτη επέμβαση τοποθέτησής τους, πριν από λίγες δεκαετίες. Οι μελέτες που έχουν πραγματοποιηθεί για να δώσουν απάντηση είναι πολλές. Από τα ευρήματά τους, είμαστε βέβαιοι ότι η μεγάλη πλειονότητα των γυναικών με εμφυτεύματα στήθους μπορούν να θηλάσουν. Βέβαια, η ικανότητα αυτή εξαρτάται από την κατάσταση των μαστών πριν από τη χειρουργική επέμβαση και από το είδος της τομής που θα πραγματοποιηθεί», τονίζει ο Γεώργιος Βελημβασάκης.

Τα εμφυτεύματα τοποθετούνται συνήθως πίσω από τους λοβιακούς αδένες (οι οποίοι παράγουν το γάλα) ή κάτω από τους μυς του θώρακα,  και έτσι  δεν επηρεάζεται η παραγωγή γάλακτος. Ωστόσο, η θέση και το βάθος της τομής μπορεί να επηρεάσει την ικανότητα θηλασμού. Λιγότερο πιθανό να τον επηρεάσουν είναι οι τομές που γίνονται κάτω από το στήθος ή από τη μασχάλη.

Επίσης, η χειρουργική επέμβαση που διατηρεί άθικτη την περιθηλαία άλω (τη σκούρα περιοχή γύρω από τη θηλή) είναι πιο ασφαλής, καθώς η διατήρηση των νεύρων γύρω από τις θηλές αυξάνει τα επίπεδα της προλακτίνης (μιας ορμόνης που ενεργοποιεί την παραγωγή μητρικού γάλακτος) και της ωκυτοκίνης (μιας άλλης ορμόνης που προκαλεί την εκροή του γάλακτος μέσω των γαλακτοφόρων πόρων από τη θηλή όταν το βρέφος θηλάζει). Γι’ αυτό ο χειρουργός που θα πραγματοποιήσει την αισθητική επέμβαση πρέπει να είναι άριστος γνώστης της ανατομίας της περιοχής και ιδιαίτερα έμπειρος στην αυξητική στήθους.

Ένα άλλο σημείο που προκαλεί ανησυχία είναι κατά πόσον εισέρχονται επιβλαβείς ουσίες στον οργανισμό του βρέφους μέσω του θηλασμού από μητέρα που έχει εμφυτεύματα. Από μελέτες όμως που έχουν πραγματοποιηθεί δεν έχουν προκύψει τέτοιου είδους στοιχεία.

«Η αυξητική στήθους γίνεται πλέον με σύγχρονες τεχνικές και εργαλεία μέσω μιας μικρής τομής 4 εκ. από όπου τοποθετείται το ένθεμα στη θήκη που παρασκευάζεται πίσω από τον υπάρχοντα μαστό. Πρόκειται για μια σύντομη επέμβαση, που δεν ξεπερνά τα 90 λεπτά και που δεν απαιτεί περίοδο αποθεραπείας, καθώς οι χειρουργημένες γυναίκες μπορούν να επιστρέψουν στις καθημερινές δραστηριότητές τους ακόμα και την ίδια ημέρα. Αντιθέτως με το ψεύτικο αποτέλεσμα που έδινε η ένθεση εμφυτευμάτων παλαιότερα, τα σύγχρονα υλικά χαρίζουν ένα απολύτως φυσικό στήθος που είναι αδύνατον να αναγνωριστεί ακόμα και στο άγγιγμα», διευκρινίζει ο ιατρός Γεώργιος Βελημβασάκης και καταλήγει:

«Ο θηλασμός είναι πράγματι εφικτός και ασφαλής μετά την αυξητική του μαστού. Η άγνοια γίνεται πολλές φορές αιτία των αναφερόμενων χαμηλότερων ποσοστών θηλασμού και γι’ αυτό θα  ήταν καλό να ενημερώνουμε τις μέλλουσες μητέρες και να υποστηρίζουμε την επιθυμία τους για βελτίωση του σώματός τους».