Για τους ανθρώπους που βιώνουν συνθήκες αστεγίας, η COVID-19 υπογραμμίζει τις ήδη υπάρχουσες υγειονομικές και κοινωνικές ανεπάρκειες, αναδεικνύει επιπρόσθετες απειλές για την υγεία και την ασφάλεια και επιτάσσει γρήγορες και δημιουργικές λύσεις για τη μείωση του κινδύνου. Υπό το πρίσμα αυτό οφείλουμε να εστιάσουμε  στις ιδιαίτερες προκλήσεις δύο συχνά αλληλοεπικαλυπτόμενων πληθυσμιακών ομάδων που βιώνουν την αστεγία, όπως είναι οι έγκυες γυναίκες και τα θύματα ενδοοικογενειακής βίας (Goodsmith et al 2020).

Σε απάντηση της Πανδημίας COVID-19 και για τον έλεγχο της διάδοσης του ιού μεταξύ ασθενών και προσωπικού, η παροχή φροντίδας υγείας μεταβλήθηκε ραγδαίως προς τη μείωση των «δια προσώπου»  αλληλεπιδράσεων με ασθενείς (Uscher-Pines, Huskamp & Mehrotra 2020; Aziz, Zork & Aubey 2020). Σε παγκόσμια κλίμακα και για ένα ευρύ φάσμα ειδικοτήτων, τα πρωτόκολλα παροχής φροντίδας υγείας μετασχηματίσθηκαν, ώστε να επιτρέψουν την επέκτασή τους στο πεδίο των υπηρεσιών τηλε-ιατρικής.  Για τους ευάλωτους πληθυσμούς όπως οι έγκυες γυναίκες με διαταραχή χρήσεως οπιοειδών (Opioid Use Disorder - OUD), αυτή η αλλαγή στην ιατρική πρακτική αποτέλεσε μια απότομη μετάβαση που επιδείνωσε τους σημαντικούς αποκλεισμούς φροντίδας που ήδη αντιμετώπιζε αυτός ο πληθυσμός  (Dunlop, Lokuge & Masters 2020; Peahl, Smith & Moniz 2020) .

Μελέτη των McKiever και συνεργατών, του 2020 αναφέρει την εμπειρία από την εφαρμογή υπηρεσιών τηλεϊατρικής για μια ομάδα εγκύων γυναικών με διαταραχή χρήσεως οπιοειδών (OUD). Συγκρινόμενη με τις προσωπικές συνεδρίες η παρακολούθηση ψηφιακών ομαδικών θεραπευτικών συνεδριών ήταν μειωμένη κατά ποσοστό άνω του τριπλάσιου. Κυρίαρχοι παράγοντες μη παρακολούθησης των ψηφιακών συνεδριών ήταν η μη διαθεσιμότητα τεχνολογικών μέσων, οι τεχνολογικές δυσλειτουργίες ή η πτωχή ψηφιακή εκπαίδευση, η αναξιόπιστη σύνδεση στο διαδίκτυο, ή η αδυναμία πρόσβασης σε σημεία σύνδεσης που να πληρούν τις προϋποθέσεις της Health Insurance Portability and Accountability Act για τη διαφύλαξη της ιδιωτικότητας, όπως στις περιπτώσεις ασθενών που διαμένουν σε καταφύγια-«καβάντζες» ή σε άλλες κοινοβιακές συνθήκες (shelters).

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα διαϋπηρεσιακής συνεργασίας και άμεσων προσπαθειών στο Λος Άντζελες, στην προσπάθεια να στεγασθεί ο μεγαλύτερος αριθμός αστέγων στις ΗΠΑ, ώστε να παρασχεθούν σε αυτές τις πληθυσμιακές ομάδες προσωρινοί-ενδιάμεσοι τρόποι στέγασης, στο πλαίσιο της COVID-19. Τα κενά στη φροντίδα και οι συστάσεις για το μέλλον στρέφουν την προσοχή στις μοναδικές ανάγκες ψυχικής υγείας και κοινωνικής φροντίδας αυτών των ιδιαιτέρως ευάλωτων γυναικών. (Goodsmith et al 2020) 

Σε μελέτη των McKiever και συνεργατών, του 2020, αναφέρεται πως ως μέρος της απάντησης στην Πανδημία της COVID-19, οι εβδομαδιαίες ομαδικές θεραπείες εγκύων γυναικών που είναι παράλληλα σε διαδικασία απεξάρτησης, άλλαξαν από προσωπικές σε διαδικτυακές συναντήσεις κατά το διάστημα μεταξύ 1ης Απριλίου και 26ης Μαΐου 2020. Το ίδιο συνέβη και για τις έγκυες χρήστριες οι οποίες παρακολουθούσαν ατομικές συμβουλευτικές θεραπείες οι οποίες μετατράπηκαν επίσης σε διαδικτυακές. Οι επισκέψεις για έλεγχο ανίχνευσης ναρκωτικών στα ούρα (Urine Drug Screens - UDS) και για συνταγογράφηση φαρμακευτικώς υποβοηθούμενης θεραπείας απεξάρτησης (Medication-Assisted Therapy MAT) παρέμειναν προσωπικές και άλλαξαν από εβδομαδιαία σε δεκαπενθήμερη βάση, με γνώμονα το ιστορικό συμμόρφωσης και διαθεσιμότητας της κάθε ασθενούς (McKiever et al., 2020).

Αν και δεν υπήρξαν σημαντικές διαφορές στον αριθμό των θετικών αποτελεσμάτων στις εξετάσεις ανίχνευσης ουσιών στα ούρα (Urine Drug Screening-UDS), μεταξύ των διαφόρων περιόδων, τα στοιχεία των McKiever και συνεργατών παρουσιάζουν ενδιαφέρον ως προς την υποτροπή και τη λήψη υπερβολικής δόσης σε μία προηγουμένως σταθεροποιημένη ασθενή, εν συνδυασμώ με μία σημαντική αύξηση στον συνολικό αριθμό των ασθενών που χρειάσθηκαν αυξητική τιτλοποίηση στη δοσολογία της φαρμακευτικώς υποβοηθούμενης θεραπείας απεξάρτησης (medication-assisted treatment - MAT) εξαιτίας εντεινόμενης επιθυμίας χρήσης (craving) στη διάρκεια των περιόδων των αποκλειστικώς ψηφιακών συνεδριών. Επιπλέον υπήρξε σημαντική αυξητική τάση προς μεγαλύτερο αριθμό επισκέψεων στα επείγοντα των γυναικολογικών τμημάτων, μεγαλύτερο αριθμό αναφερόμενων επιθέσεων και υψηλότερων βαθμολογιών επιθυμίας για χρήση (McKiever et al 2020).

Οι ασθενείς αυτού του πληθυσμού είναι συνήθως περιορισμένες στις δικές τους κοινωνικές ομάδες στήριξης, είναι συχνά απομονωμένες από τις οικογένειές τους και έχουν περιορισμένες δυνατότητες για να αντιμετωπίσουν απρόοπτες εξελίξεις που σχετίζονται με τη φροντίδα του παιδιού ή με εργασιακές αλλαγές. Η μελέτη των McKiever και συνεργατών του 2020 προσδιορίζει πως η αλλαγή από τις διαπροσωπικές στις αποκλειστικώς ψηφιακές ομαδικές επισκέψεις, συνδιαμόρφωσε αλλαγές εντός αυτού του πληθυσμού που οδήγησαν σε μειωμένη παρακολούθηση των θεραπευτικών συνεδριών και σε ανάγκη τιτλοποίησης των δόσεων της φαρμακευτικώς υποβοηθούμενης θεραπείας απεξάρτησης (medication-assisted therapy MAT) λόγω δευτερογενούς αύξησης της επιθυμίας για χρήση (craving).

Θα πρέπει, λοιπόν, να επανεκτιμήσουμε την προσφορά φροντίδας υγείας, εν μέσω της διαρκώς εξελισσόμενης Πανδημίας, καθώς οι παρεχόμενες υπηρεσίες μετακινούνται  προς μία κατεύθυνση μονιμοποίησης του διαδικτυακού τους χαρακτήρα, γεγονός που έχει αξιοσημείωτο αντίκτυπο, κυρίως στους ευάλωτους πληθυσμούς (McKiever  et al., 2020). Τέτοιον πληθυσμό αποτελούν οι έγκυες γυναίκες που -μαζί με την ψυχολογική πίεση της κυοφορίας εν μέσω μιας πρωτόφαντης Πανδημικής βιοκοινωνικής κρίσης την οποία προκαλεί ένας ιός που ακόμη δεν έχει αποκρυπτογραφηθεί πλήρως, ούτε από τους επιστήμονες του χώρου της Υγείας, αλλά ούτε και ως προς τον συνολικό απόηχο των επιπτώσεών του σε πεδία όπως η κοινωνική συνοχή, η οικονομική ομαλότητα και η εργασιακή ασφάλεια- αντιμετωπίζουν και το φάσμα των εξαρτήσεων, το οποίο συχνά συνυφαίνεται με συνθήκες αστεγίας και ανεπαρκούς ή και βίαιου συντροφικού περιβάλλοντος. Η ίδια η εγκυμοσύνη σηματοδοτεί αλλαγές στη φυσιολογία του ανοσοποιητικού συστήματος της κυοφορούσας γυναίκας, οι οποίες αποτελούν πραγματική πρόκληση για τον λειτουργό υπηρεσιών υγειονομικής φροντίδας και απεξάρτησης, ο οποίος θα κληθεί να βοηθήσει στις αποφάσεις για τη βέλτιστη εξέλιξη της υγείας της μητέρας και του εμβρύου, μπροστά στα διλήμματα που ανακύπτουν επί πιθανής λοίμωξης από τον SARS-CoV-2 ή επί προσδιορισμού των ενδείξεων εμβολιασμού. 

Τα αποτελέσματα του stress και του πανικού που σηματοδότησε την έναρξη της Πανδημίας, σε συνδυασμό με τα παρατεταμένα περιοριστικά μέτρα, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν στην παροχή βοήθειας τόσο σε έγκυες που έχουν προσβληθεί από τον ιό όσο και σε εκείνες που δεν νόσησαν (Castro P et al., 2020a).

To Βασιλικό Κολλέγιο Μαιευτήρων - Γυναικολόγων του Ηνωμένου Βασιλείου (Royal College of Obstetricians and Gynaecologists) συστήνει τον εμβολιασμό κατά του SARS-CoV-2, στη διάρκεια της εγκυμοσύνης, ως τον καλύτερο τρόπο προστασίας και της μητέρας και του εμβρύου, από όλους τους πιθανούς κινδύνους που ενέχει το ενδεχόμενο λοίμωξης από τον ιό. 

Η χρήση ουσιών αποτελεί μείζονα τοξική πρόκληση για τη νευροανάπτυξη του εμβρύου, την οποία απειλούν επίσης τόσο η φλεγμονή που συνεπάγεται η πιθανή λοίμωξη από τον SARS-CoV-2, όσο και τα ιατρικώς χορηγούμενα φάρμακα τα οποία σε ορισμένες περιπτώσεις συμπληρώνουν τη διαδικασία της απεξάρτησης. Την ίδια στιγμή, το ψυχολογικό stress το οποίο πυροδοτείται στην έγκυο από τον επιβαρυντικό συνδυασμό εργασιακού και κοινωνικού αποκλεισμού που επέφερε πολλαπλά η COVID-19, κυρίως σε ιδιαίτερες πληθυσμιακές ομάδες, όπως είναι οι χρήστες και οι χρήστριες ουσιών, αλλά και σε αρκετές βαθμίδες της παγκόσμιας κοινωνικοοικονομικής κλίμακας, διακυβεύει την ανάπτυξη του εμβρυϊκού εγκεφάλου  και τη μελλοντική ψυχοσωματική υγεία τόσο στη νεογνική και παιδική ηλικία, όσο και κατά την ενήλικη ζωή. Αυτή η επιπλέον ψυχολογική πίεση που αποδεδειγμένα υφίστανται οι έγκυες χρήστριες ουσιών, οι οποίες λαμβάνουν υπηρεσίες απεξάρτησης, εν μέσω της Πανδημίας μπορεί να οδηγήσει σε υποτροπές οι οποίες συχνά ευνοούνται και από την αναγκαστική μετεξέλιξη των παρεχόμενων υπηρεσιών προς την κατεύθυνση της τηλεϋποστήριξης αντί των δια ζώσης συνεδριών. Με τον εμβρυϊκό εγκέφαλο να καλείται να αντεπεξέλθει νευροαναπτυξιακά σε ένα κυτταροτοξικό περιβάλλον, πιθανής φλεγμονής, αυξημένης έκκρισης κατεχολαμινών της μητέρας, εξαρτησιογόνων ουσιών και ψυχιατρικών φαρμάκων, την ίδια στιγμή που η εγκυμονούσα χρήστρια αντιμετωπίζει ένα κοινωνικό, πανδημικά απειλητικό  περιβάλλον τοξικά εντεινόμενης αποστασιοποίησης, στιγματιστικής αστεγίας, επικίνδυνης για την ίδια και για το έμβρυο αλλά και για τη Δημόσια Υγεία περιπλάνησης και συγχρωτισμού στους τόπους χρήσης και διακίνησης των ουσιών, επιβάλλεται να επανεκτιμήσουμε το θεραπευτικό πλαίσιο των παρεχόμενων υπηρεσιών σε αυτήν την πολλαπλά ευαίσθητη κοινωνική ομάδα. 

Αναζητώντας τις κατάλληλες ισορροπίες, ανάμεσα στη διατήρηση του θεραπευτικού συνεχούς και τον περιορισμό του κινδύνου μετάδοσης, με γνώμονα τη διασφάλιση της συνολικής υγείας μητέρας και παιδιού, η οποία, στο ιδιαίτερο πλαίσιο συνθηκών που διαμορφώνει η COVID-19 για τις εγκυμονούσες χρήστριες καλείται να αναμετρηθεί, με τη βοήθεια και την εξέλιξη των θεραπευτικών μας παρεμβάσεων, με πολλαπλές απειλές βιολογικής και κοινωνικής τοξικότητας.