Η ηλικιακή εκφύλιση της ωχράς κηλίδας είναι μία σοβαρή οφθαλμοπάθεια, που αποτελεί την κύρια αιτία μη αναστρέψιμης απώλειας της όρασης στα άτομα ηλικίας άνω των 60 ετών.

Η νόσος βλάπτει την κεντρική όραση και περιορίζει την ικανότητα των ασθενών να διαβάζουν, να γράφουν, να αναγνωρίζουν πρόσωπα. Παρότι, όμως, είναι συχνή και πολύ σοβαρή, υπάρχει σημαντική έλλειψη ενημέρωσης του κοινού για αυτήν, αναφέρει η Αμερικανική Ακαδημία Οφθαλμολογίας (AAO).

Υπολογίζεται ότι το 8,7% του παγκόσμιου πληθυσμού έχει ηλικιακή εκφύλιση της ωχράς. Σε απόλυτους αριθμούς αυτό σημαίνει ότι πάσχουν σχεδόν 196 εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο. Ο αριθμός αυτός εκτιμάται ότι θα αυξηθεί στα 288 εκατομμύρια έως το 2040.

«Η ηλικιακή εκφύλιση της ωχράς κηλίδας είναι σοβαρή νόσος, καθώς αν δεν γίνει αντιληπτή εγκαίρως μπορεί να πλήξει ανεπανόρθωτα την όραση», λέει ο Χειρουργός-Οφθαλμίατρος δρ Αναστάσιος-Ι. Κανελλόπουλος, MD, ιδρυτής και επιστημονικός διευθυντής του Ινστιτούτου Οφθαλμολογίας Laser Vision και καθηγητής Οφθαλμολογίας του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης (NYU Medical School). «Η προστασία από αυτήν πρέπει να αρχίζει νωρίς στη ζωή, ενώ ζωτική σημασία έχει να γνωρίζουν οι μεσήλικες και ηλικιωμένοι τα συμπτώματα που μπορεί να υποδηλώνουν ότι έχει αρχίσει η ανάπτυξή της».

Ο Δρ. Κανελλόπουλος παραθέτει μερικά βασικά δεδομένα που όλοι πρέπει να γνωρίζουμε για τη συγκεκριμένη οφθαλμοπάθεια.

Τα πρώιμα συμπτώματά της δεν γίνονται εύκολα αντιληπτά.

Στα αρχικά στάδιά της, η ηλικιακή εκφύλιση της ωχράς δεν προκαλεί εμφανείς αλλαγές στην όραση. Όταν εμφανιστούν διαταραχές, όπως παραμορφώσεις και σκοτεινά σημεία στο οπτικό πεδίο, η όραση έχει ήδη πληγεί. Για να διαγνωστεί εγκαίρως, ο καλύτερος τρόπος είναι ο τακτικός, προληπτικός έλεγχος των ματιών. Η ΑΑΟ συνιστά στους υγιείς ανθρώπους να ελέγχονται προληπτικά κάθε 1-2 χρόνια, από την ηλικία των 40 ετών και μετά. Όσοι όμως αντιμετωπίζουν οφθαλμολογικά προβλήματα πρέπει να τηρούν τις οδηγίες του οφθαλμιάτρου τους για τον προληπτικό έλεγχο.

Το οικογενειακό ιστορικό είναι σημαντικό

Αν έχετε στενό συγγενή με ηλικιακή εκφύλισης της ωχράς, διατρέχετε ιδιαίτερα αυξημένο κίνδυνο να την εκδηλώσετε και εσείς. Μελέτες έχουν δείξει πως ο κίνδυνος μπορεί να είναι ακόμα και δεκαπλάσιος σε σύγκριση με τον γενικό πληθυσμό, για όσους έχουν έναν γονιό ή/και αδελφό/-ή με αυτήν. Αν έχετε οικογενειακό ιστορικό, συζητήστε το με τον οφθαλμίατρό σας. Να έχετε επίσης το νου σας για δυνητικά συμπτώματα, όπως η δυσκολία στην αναγνώριση προσώπων ή/και στην προσαρμογή της όρασης στο χαμηλό φως και το να βλέπετε κυματιστές τις ευθείες γραμμές.

Μπορεί να διασωθεί η όραση των ασθενών

H ηλικιακή εκφύλιση της ωχράς κηλίδας μπορεί να είναι ξηρού τύπου (ατροφική) ή υγρού τύπου (εξιδρωματική). Η συχνότερη είναι η υγρή μορφή, που αντιπροσωπεύει το σχεδόν 90% των κρουσμάτων. Αν και η απώλεια της όρασης που προκαλούν και οι δύο μορφές είναι μη αναστρέψιμη, η έγκαιρη διάγνωση μπορεί να διασώσει την όραση που έχει απομείνει. Η υγρού τύπου εκφύλιση αντιμετωπίζεται με μεγάλη αποτελεσματικότητα με ενδοφθάλμιες εγχύσεις, οι οποίες πραγματοποιούνται κάθε 1-2 μήνες. Αντίστοιχα, η ξηρού τύπου αντιμετωπίζεται με παρακολούθηση και διατροφικά συμπληρώματα που περιέχουν αντιοξειδωτικές βιταμίνες. Σύντομα εξάλλου αναμένονται και νέες θεραπείες.

Ορισμένες βιταμίνες μπορεί να επιβραδύνουν τη νόσο

Ένας συνδυασμός αντιοξειδωτικών βιταμινών που ονομάζεται AREDS2, μπορεί να επιβραδύνει την απώλεια της όρασης σε πάσχοντες κυρίως από ξηρού τύπου εκφύλιση στο ένα μάτι. Οι βιταμίνες μπορεί επίσης να μειώσουν τον κίνδυνο να αναπτυχθεί υγρού τύπου ηλικιακή εκφύλιση και απώλεια όρασης στο άλλο μάτι. Ο συνδυασμός περιέχει βιταμίνες C και E, λουτεΐνη, ζεαξανθίνη, ψευδάργυρο και χαλκό. Ωστόσο δεν θεραπεύει την ηλικιακή εκφύλιση της ωχράς, ούτε την αποτρέπει στους υγιείς.

Το κάπνισμα αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο

Το κάπνισμα είναι ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες κινδύνου για ηλικιακή εκφύλιση της ωχράς. Οι καπνιστές έχουν τρεις έως τέσσερις φορές περισσότερες πιθανότητες να την εκδηλώσουν, σε σύγκριση με τους μη καπνιστές. Μπορεί επίσης να την αναπτύξουν πέντε έως 10 χρόνια νωρίτερα, ενώ το κάπνισμα επιταχύνει και την εξέλιξή της. Αν, μάλιστα, έχει κάποιος την υγρή μορφή και εξακολουθεί να καπνίζει, μπορεί να μην ανταποκρίνεται επαρκώς στη θεραπεία. Τα καλά νέα είναι πως σε όσους διακόπτουν το κάπνισμα, ο αυξημένος κίνδυνος σταδιακά υποχωρεί. Χρειάζεται, όμως, μία 20ετία για να εξισωθεί με τον κίνδυνο που διατρέχουν όσοι δεν κάπνισαν ποτέ.

Η υγιεινή διατροφή μπορεί να δράσει προστατευτικά

Έχει βρεθεί ότι τρόφιμα πλούσια σε ωμέγα-3 λιπαρά οξέα ωφελούν σημαντικά την υγεία των ματιών. Το ίδιο και όσα είναι πλούσια σε αντιοξειδωτικά συστατικά, όπως η βιταμίνη C, η λουτεΐνη, ο ψευδάργυρος κ.ά. Να τρώτε τουλάχιστον δύο φορές την εβδομάδα λιπαρά ψάρια (π.χ. σαρδέλα, τόνο, σολομό κ.λπ.) και συχνά μέσα στην εβδομάδα εσπεριδοειδή (π.χ. πορτοκάλια, μανταρίνια), σπανάκι και άλλα πράσινα φυλλώδη λαχανικά, μπρόκολο, καλαμπόκι, κολοκύθια.

Η γυμναστική μπορεί να προστατεύσει την όραση

Η άσκηση τουλάχιστον τρεις φορές την εβδομάδα μπορεί να μειώσει σημαντικά τον κίνδυνο εκδήλωσης υγρού τύπου ηλικιακής εκφύλισης της ωχράς. Μπορεί επίσης να επιβραδύνει την εξέλιξη της νόσου. Υπάρχουν επίσης ενδείξεις ότι μπορεί να δράσει και προληπτικά, μειώνοντας ταυτοχρόνως τον κίνδυνο αναπτύξεως και άλλων οφθαλμοπαθειών όπως το γλαύκωμα και η διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια.

Τα γυαλιά ηλίου είναι απαραίτητα από μικρή ηλικία

Η καθημερινή χρήση τους προστατεύει τα μάτια από την υπεριώδη ακτινοβολία του ηλίου και το μπλε φως, που μπορεί να προκαλέσουν βλάβη στον αμφιβληστροειδή χιτώνα των ματιών, ανοίγοντας τον δρόμο στην ηλικιακή εκφύλιση της ωχράς. Η πιο αποτελεσματική είναι η χρήση από τους από την παιδική ηλικία.

«Η ηλικιακή εκφύλιση της ωχράς οφείλεται σε συνδυασμό γενετικών και περιβαλλοντικών παραγόντων», τονίζει ο κ. Κανελλόπουλος. «Η αύξηση του προσδόκιμου ζωής σημαίνει πως ολοένα περισσότεροι άνθρωποι θα την παρουσιάζουν, με τις πρώτες ενδείξεις της να παρατηρούνται ακόμα και από τα 50 έτη. Επειδή προς το παρόν δεν μπορούμε να αλλάξουμε τα γονίδιά μας, έχει μεγάλη σημασία να κάνουμε τις απαιτούμενες τροποποιήσεις στον τρόπο ζωής που μπορεί να μας προστατεύσουν σε σημαντικό βαθμό από αυτήν».