Σειρά μελετών που έχουν διενεργηθεί για την αποτελεσματικότητα του εμβολιασμού κατά της παραλλαγής Όμικρον, αξιολόγησαν επιστήμονες του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Πρόληψης Νοσημάτων (ECDC).

Στη σημερινή εβδομαδιαία τους έκθεση, οι ειδικοί του ECDC αναφέρονται σε πρόσφατη (προεκτυπωμένη) μελέτη από τη Δανία, με την οποία εκτιμήθηκε η δυναμική μετάδοσης μετά την εξάπλωση της Όμικρον τον Δεκέμβριο του 2021.

Από τη μελέτη προέκυψε πως ο δείκτης δευτερογενούς μετάδοσης (SAR), σε άτομα της οικογένειας ή στενές επαφές με κρούσμα, διαμορφώθηκε σε 31% με την Όμικρον και 21% με τη Δέλτα. 

Οι μη εμβολιασμένοι με δευτερογενή μόλυση, παρουσίασαν παρόμοια ποσοστά προσβολής σε νοικοκυριά με την Όμικρον και τη Δέλτα (29% και 28% αντίστοιχα). Οι πλήρως εμβολιασμένοι παρουσίασαν ποσοστά δευτερογενούς μόλυνσης 32% σε οικογένειες με Όμικρον και 19% στα νοικοκυριά με Δέλτα. Για όσους είχαν λάβει αναμνηστική δόση του εμβολίου, η Όμικρον συνδέθηκε με δευτερογενή μετάδοση 25% και η Δέλτα μόνο με 11%.

Καταγράφηκε αυξημένη μετάδοση σε μη εμβολιασμένους και μειωμένη μετάδοση σε άτομα που είχαν λάβει την αναμνηστική δόση.

Συγκρίνοντας οικογένειες στις οποίες υπήρξαν μολύνσεις με Όμικρον και με Δέλτα, η μελέτη έδειξε 1,17 φορά υψηλότερο δείκτη δευτερογενούς μετάδοσης για τους μη εμβολιασμένους, 2,61 φορές για τους πλήρως εμβολιασμένους και 3,66 φορές για άτομα που είχαν λάβει αναμνηστική δόση, στοιχείο που δείχνει ανοσολογική διαφυγή του στελέχους Όμικρον.

Συμπτωματική λοίμωξη

Οι υπεύθυνοι του ECDC παραθέτουν και στοιχεία της Υπηρεσίας Ασφάλειας Υγείας του Ηνωμένου Βασιλείου για την εκτίμηση της αποτελεσματικότητας του εμβολιασμού κατά της συμπτωματικής λοίμωξης με Όμικρον.

Σύμφωνα με αυτά, τα ποσοστά κυμαίνονται από 63% για το εμβόλιο της Pfizer, 68% για το εμβόλιο της Moderna και 25% για τα εμβόλια της AstraZeneca, από 2 έως 4 εβδομάδες μετά τον αρχικό εμβολιασμό.

Στις 25 εβδομάδες μετά τη χορήγηση της δεύτερης δόσης, η αποτελεσματικότητα του εμβολίου μειώθηκε σε χαμηλά ή μη σημαντικά επίπεδα, αλλά αποκαταστάθηκε έπειτα από τη χορήγηση της αναμνηστικής δόσης του εμβολίου της Pfizer στο 69%, της Moderna στο 64%, για όσους είχαν λάβει AstraZeneca ως αρχικό εμβολιασμό.

Η Υπηρεσία Ασφάλειας Υγείας του Ηνωμένου Βασιλείου διεξήγαγε μία επιπλέον ανάλυση σε άτομα άνω των 65 ετών. Διαπίστωσε ότι σε όλες τις περιόδους μετά τον εμβολιασμό, η αποτελεσματικότητα ήταν χαμηλότερη για την Όμικρον σε σύγκριση με τη Δέλτα. Στις 20 εβδομάδες μετά τη χορήγηση της δεύτερης δόσης του AstraZeneca ή του Pfizer, παρατηρήθηκε ελάχιστη ή καθόλου επίδραση έναντι της ήπιας νόσου με Όμικρον.

Αν και η αναμνηστική δόση είτε του Pfizer και του Moderna αύξησε προσωρινά την προστασία, αυτή μειώθηκε σταδιακά στο 30%, λίγο μετά τις δέκα εβδομάδες από τον εμβολιασμό.

Εμβόλια mRNA

Σε προεκτύπωση μελέτης από τον Καναδά, περιγράφεται η αποτελεσματικότητα των εμβολίων mRNA (Pfizer, Moderna). Διαπιστώθηκε ότι οι δύο δόσεις ήταν απίθανο να προστατεύουν από τη μόλυνση με Όμικρον. Η τρίτη δόση παρείχε κάποια προστασία, η οποία είναι σημαντικά μικρότερη σε σύγκριση με τη Δέλτα.

Οι συντάκτες της μελέτης υπογραμμίζουν πως τα αποτελέσματα μπορεί να συνδέονται με συμπεριφορές που δεν ήταν δυνατό να ληφθούν υπόψη και ότι η διάρκεια της προστασίας και η αποτελεσματικότητα έναντι της σοβαρής νόσου είναι αβέβαιες.

Μια άλλη προεκτύπωση μελέτης από τις Ηνωμένες Πολιτείες, που ανατέθηκε από τον παρασκευαστή εμβολίων Moderna, αναφέρει αποτελεσματικότητα εμβολίου 30,4% έναντι της λοίμωξης μετά από Όμικρον μετά από δύο δόσεις του εμβολίου της εταιρείας. Μια τρίτη (αναμνηστική) δόση αύξησε την αποτελεσματικότητα στο 62,5%.

Στη μελέτη γίνεται, επίσης, λόγος για σημαντικά χαμηλότερη αποτελεσματικότητα του εμβολίου κατά της λοίμωξης Όμικρον μεταξύ ανοσοκατεσταλμένων ατόμων σε σύγκριση με τον γενικό πληθυσμό.

Δημ.Κ.