Το να ασκείται κάποιος λιγότερο, θα μπορούσε να απενεργοποιεί ζωτικής σημασίας πρωτεΐνη στον οργανισμό, οδηγώντας σε περαιτέρω αδράνεια και κάνοντας πιο δύσκολη την άσκηση, υποδεικνύει νέα έρευνα.

Επιστήμονες του University of Leeds ανακάλυψαν ότι η απενεργοποίηση της πρωτεΐνης Piezo1, αισθητήρα ροής αίματος, μειώνει την πυκνότητα των τριχοειδών αγγείων που μεταφέρουν αίμα στους μυς.

Η περιορισμένη ροή σημαίνει ότι η δραστηριότητα γίνεται πιο δύσκολη και μπορεί να οδηγήσει στη μείωση της ποσότητας άσκησης που είναι εφικτή.

Οι ερευνητές δήλωσαν ότι τα αποτελέσματα βοηθούν να εξηγηθεί η βιολογία του γιατί η άσκηση γίνεται πιο δύσκολη όσο λιγότερο ασκείται κάποιος.

Tα πειράματα έγιναν σε ποντικούς αλλά η πρωτεΐνη Piezo1υπάρχει στον άνθρωπο, υποδεικνύοντας ότι τα ίδια αποτελέσματα θα μπορούσαν να ισχύουν και σε αυτόν.

Η Fiona Bartoli,δήλωσε ότι όσο λιγότερο ασκούνται οι άνθρωποι τόσο λιγότερη φόρμα έχουν, κάτι που συχνά οδηγεί σε καθοδικό σπιράλ.

Η νέα έρευνα υπογραμμίζει τη σημαντική σχέση μεταξύ άσκησης και σωματικής επίδοσης ως αποτέλεσμα της πρωτεΐνης Piezo1.

Η διατήρηση ενεργούς Piezo1s με την άσκηση θα μπορούσε να είναι ζωτικής σημασίας για τη σωματική επίδοση και υγεία.

Οι ερευνητές συνέκριναν 2 ομάδες ποντικών. Μια ελέγχου και μια στην οποία τα επίπεδα της πρωτεΐνης είχαν διαταραχτεί για 10 εβδομάδες. Παρατηρήθηκε η δραστηριότητα βαδίσματος, σκαρφαλώματος και τρεξίματος σε ρόδα. Οι ποντικοί στην ομάδα της Piezo1 είχαν σημαντική μείωση του επιπέδου δραστηριότητας. Αυτό υποδεικνύει σημαντικό ρόλο για την Piezo1 όσον αφορά τη διατήρηση φυσιολογικής σωματικής δραστηριότητας.

Ο καθηγητής David Beech, δήλωσε ότι η έρευνα ρίχνει νέο φως στο πώς ο ρόλος της πρωτεΐνης στα αγγεία συνδέεται με την άσκηση. Επίσης η ανακάλυψη δίνει ευκαιρία να σκεφτούν οι επιστήμονες για το πώς η απώλεια της μυϊκής λειτουργίας θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί με νέους τρόπους. Αν ενεργοποιηθεί η πρωτεΐνη, αυτό θα μπορούσε να βοηθά στη διατήρηση της ικανότητας για άσκηση.

Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο Journal of Clinical Investigation.

Πηγές:
Journal of Clinical Investigation.