Πολύ σημαντική για τους νοσοκομειακούς γιατρούς είναι απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας για τις μνημονιακές περικοπές και τη διαμόρφωση του νέου μισθολογίου των γιατρών του ΕΣΥ.

Έπειτα από προηγούμενες αποφάσεις, οι οποίες είχαν κρίνει ως αντισυνταγματικές τις περικοπές, το ΣτΕ έκρινε πως το ισχύον μισθολόγιο αντίκειται στο Σύνταγμα.

Όπως αναφέρει ο πληρεξούσιος δικηγόρος νοσοκομειακών γιατρών από τη Θεσσαλονίκη Παναγιώτης Ζαμπίτης, κρίθηκε ότι οι διατάξεις των άρθρων 138 - 140 του νόμου 4472/2017, με τις οποίες, στο πλαίσιο θεσμοθετήσεως νέου ειδικού μισθολογίου των ιατρών του ΕΣΥ, καθορίστηκε ο βασικός μισθός, τα επιδόματα και τα ωρομίσθια εφημεριών τους, αντίκεινται στην απορρέουσα από το άρθρο 21 παρ. 3 του Συντάγματος αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχειρίσεως των ιατρών του ΕΣΥ, καθώς και προς την αρχή της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη.

Ο κ. Ζαμπίτης αναφέρει αναλυτικά τα εξής:

"Ειδικότερα, όπως έγινε δεκτό, μεταξύ άλλων, ο νομοθέτης με τον νόμο 4472/2017 χρησιμοποίησε ως βάση για τον επαναπροσδιορισμό των αποδοχών του ειδικού μισθολογίου των ιατρών του ΕΣΥ το ύψος των αποδοχών που οι τελευταίοι ελάμβαναν κατά την 31.12.2016, βάσει των σχετικών διατάξεων του νόμου 4093/2012.

Κρίσιμο και βασικό στοιχείο για τον προσδιορισμό των αποδοχών των ιατρών ΕΣΥ, στο πλαίσιο του νέου μισθολογίου, αποτέλεσε για τον νομοθέτη, προεχόντως, η διατήρηση του μισθολογίου αυτού ως δημοσιονομικά ουδετέρου, εν όψει της ανάγκης να επιτευχθούν οι τεθέντες δημοσιονομικοί στόχοι για πρωτογενές πλεόνασμα ύψους πλέον του 3,5% του ΑΕΠ για καθένα από τα έτη 2018 - 2021.

Και ναι μεν, όπως παγίως γίνεται δεκτό, ο νομοθέτης έχει διακριτική ευχέρεια για την εισαγωγή νέων ρυθμίσεων και ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως για τη διαμόρφωση των αποδοχών των ιατρών του ΕΣΥ, πλην τα δικαστήρια δύνανται και οφείλουν, χωρίς να υπεισέλθουν στην έρευνα της σκοπιμότητας των επιλογών του, να ερευνήσουν το αμιγώς νομικό ζήτημα, αν ελήφθη υπόψιν η υποχρέωση για ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείριση των ιατρών αυτών, η οποία απορρέει εμμέσως από το άρθρο 21 παρ. 3 του Συντάγματος, καθώς και η συνταγματική αρχή της ισότητας υπό την δεύτερη όψη της, δηλαδή της υποχρεώσεως του νομοθέτη να μεταχειρίζεται κατά διαφορετικό τρόπο τις καταστάσεις που δεν είναι όμοιες μεταξύ τους.

Η τεκμηρίωση αυτή θα έπρεπε να αναφέρεται στην εξέλιξη των οικονομικών εν γένει συνθηκών και του γενικού κόστους διαβιώσεως, στην ανάγκη διαφυλάξεως του κύρους του δημοσίου λειτουργήματος των ιατρών του ΕΣΥ λόγω της φύσεως των καθηκόντων τους και της σημασίας της αποστολής τους, λαμβάνοντας υπόψιν τις ειδικές συνθήκες ασκήσεως του εν λόγω λειτουργήματος, τις ιδιαίτερες απαιτήσεις του ιατρικού επαγγέλματος όσον αφορά τον χρόνο απασχολήσεως, την ένταση και την ποιότητα της εργασίας, τις ιδιαίτερες ευθύνες που απορρέουν από την άσκησή του, το καθεστώς πλήρους και αποκλειστικής απασχολήσεως υπό το οποίο παρέχουν τις υπηρεσίες τους, τον μεγαλύτερο χρόνο γενικής εκπαιδεύσεως των ιατρών εν σχέσει προς άλλους επιστήμονες, την πολυετή μεταπανεπιστημιακή μετεκπαίδευσή τους για ειδίκευση αλλά και την ανάγκη για διαρκή εκπαίδευση στην επιστήμη τους, καθώς και το γεγονός ότι, εν όψει των ανωτέρω, αυτοί εισέρχονται στη δημόσια υπηρεσία σε μεγαλύτερη ηλικία σε σχέση με τους λοιπούς υπαλλήλους και λειτουργούς.

Επιπλέον, έπρεπε να ληφθούν υπόψη και οι δυσμενείς επιπτώσεις επί της λειτουργίας του ΕΣΥ, της ποιότητας των παρεχομένων από το Κράτος υπηρεσιών υγείας και του επιπέδου της ιατρικής στη χώρα, η λόγω της αδυναμίας εξασφαλίσεως ικανοποιητικών αποδοχών συνεχιζόμενη, κατά τα κοινώς γνωστά, διαρροή έμπειρων επιστημόνων στο εξωτερικό, η οποία, σε συνδυασμό με τον θεσπισθέντα ήδη από το έτος 2010 περιορισμό προσλήψεων και διορισμών στο δημόσιο τομέα, συνέτεινε στην υποστελέχωση των νοσοκομείων, αναδειχθείσα, άλλωστε, μεταγενεστέρως, με τον πλέον έντονο τρόπο, ιδίως στην περίοδο της πανδημίας του COVID 19".

Δημ.Κ.