Καθώς προσπαθείτε να επιτύχετε έναν νέο στόχο, ίσως θέλετε να στηριχτείτε στη δύναμη της θέλησής σας για βοήθεια. Αλλά είναι ίσως εύκολο μόνο στη θεωρία αυτό κάποιες μέρες. Για την ακρίβεια, αν υπολογίσουμε πόσα άσχημα πράγματα έχουν γίνει σε παγκόσμια (αλλά και σε εσωτερική) κλίμακα τα τελευταία χρόνια, δεν είναι καθόλου απίθανο η θέλησή σας να έχει εγκαταλείψει και να σας έχει αφήσει να νιώθετε τρομαγμένοι, ανήμποροι ή - ίσως το χειρότερο - απαθείς. Τι ακριβώς συμβαίνει όμως;

Τι είναι η θέληση;

Η δύναμη της θέλησης είναι η ψυχική ικανότητα να αντιστέκεσαι στους πειρασμούς, που μερικές φορές ονομάζονται ορμές, παρορμήσεις (ή, πιο απλά, κακές συνήθειες), προκειμένου να επιτευχθούν μακροπρόθεσμοι στόχοι. Για ένα απλό παράδειγμα, αν κάποιος έχει ξεκινήσει γυμναστήριο με σκοπό να χάσει κιλά, πρέπει να αντιστέκεται στον πειρασμό να φάει ζάχαρη, για να μην αναιρέσει την προσπάθειά του.

Δυστυχώς, δεν είναι καθόλου σπάνιο να βλέπουμε τη θέληση να χρησιμοποιείται με πολιτικούς ή καταναλωτικούς σκοπούς στο ίντερνετ. Από την άποψη ότι α) η θέληση συνδέεται για κάποιον λόγο με την αρετή, και β) ότι αν νιώθεις πως έχει πέσει η θέλησή σου, μπορείς να βρεις ένα σωρό προϊόντα ή εμπειρίες για να αγοράσεις και να δοκιμάσεις να την ξαναβρείς. Αυτό είναι λάθος, από όποια πλευρά και να το πιάσουμε.

Η δύναμη της θέλησης συνήθως συνδέεται με πρακτικές δεξιότητες, όχι με αρετές ή ηθική, και οι ειδικοί λένε ότι είναι ουδέτερη. Το να έχει κανείς ή να του λείπει η δύναμη της θέλησης δεν είναι ούτε καλό ούτε κακό, ούτε σωστό ή λάθος. Παρομοίως, ένας άνθρωπος που χρησιμοποιεί τη θέλησή του και δεν τα βάζει κάτω για να πετύχει κάτι κακό... εξακολουθεί να είναι ένας άνθρωπος με ισχυρή θέληση, όσο κι αν οι πράξεις του κάνουν κακό σε άλλους.

Υπάρχουν δύο κύριες θεωρίες στη μελέτη της δύναμης της θέλησης: η περιορισμένη θεωρία και η μη περιορισμένη θεωρία.

Η περιορισμένη θεωρία λέει ότι έχετε ένα συγκεκριμένο απόθεμα θέλησης, και μόλις εξαντληθεί, αυτό ήταν για σήμερα. Για παράδειγμα, μετά από μια απαιτητική μέρα, δεν μπορείτε να αντισταθείτε σε άλλους πειρασμούς επειδή έχετε εξαντλήσει όλη τη δύναμη της θέλησής σας.‌

Η μη περιορισμένη θεωρία δηλώνει ότι η δύναμη της θέλησης είναι σαν ένας μυς. Όσο περισσότερο το ν χρησιμοποιείτε, τόσο περισσότερο έχετε. Η επιτυχής αντίσταση στους πειρασμούς κατά τη διάρκεια της ημέρας ενισχύει τη δύναμη της θέλησής σας.‌

Μετά από αρκετές έρευνες πάνω στο θέμα, ίσως η λύση να βρίσκεται πολύ πιο εσωτερικά: Φαίνεται πως η ιδέα που έχει ο καθένας μας για τη θέλησή του μπορεί να παίζει ακόμα πιο σημαντικό ρόλο. Με άλλα λόγια, η ηττοπάθεια είναι μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία.

Καλώς ή κακώς, η θέληση και η διαδικασία που την χρησιμοποιούμε περιλαμβάνει καταστολή: Αυτό σημαίνει ότι μπλοκάρετε ενεργά ορμές και πειρασμούς. Μπορεί επίσης να χρησιμοποιείτε ανταμοιβές για να πείσετε τον εαυτό σας να πετύχει έναν στόχο, είτε φτιάχνοντας ένα πρόγραμμα που περιλαμβάνει τους πειρασμούς σας, σε ελεγχόμενο όμως επίπεδο. Το πιο απλό παράδειγμα; Το να πατάμε snooze στο πρωινό μας ξυπνητήρι, αλλά να έχουμε φροντίσει από πριν να βάλουμε το ξυπνητήρι δέκα λεπτά νωρίτερα, ώστε να νιώσουμε πως απολαμβάνουμε και λίγο χουζούρι πριν ξεκινήσει η μέρα.

Όλο αυτό έχει οδηγήσει πολύ κόσμο στο να θεωρεί πως η ισχυρή θέληση είναι το κλειδί για να ξεπεράσουμε έναν εθισμό. Αυτό είναι λάθος. Ο εθισμός, από ένα σημείο και μετά τουλάχιστον, δεν είναι ζήτημα αυτοελέγχου. Είναι μια μακροχρόνια ασθένεια του εγκεφάλου. Ο εγκέφαλός σας αλλάζει όταν έχετε έναν εθισμό και χρειάζεται θεραπεία και αποκατάσταση για να επανέλθει στην κανονική του κατάσταση.

Στην πραγματικότητα, η έρευνα δείχνει ότι πολλά άτομα με εθισμό περιγράφουν τον εαυτό τους ως άτομο με ισχυρή θέληση. Αλλά δεν υπήρχε συσχέτιση μεταξύ της ύπαρξης ισχυρής θέλησης και μιας σταθερής ανάκαμψης. Πόσο μάλλον, μπορεί να δυσκολεύει την αποκατάσταση επειδή μια ισχυρή θέληση μπορεί να συνεχίζει να προσπαθεί να "εξαγοράσει" τις καλύτερες δυνατές συνθήκες για να ισορροπεί μια υγιή ζωή με την συντήρηση του εθισμού.