Με τη χρήση υποαμφιβληστροειδικής γονιδιακής θεραπείας, κατέστη δυνατό για πρώτη φορά να αποκατασταθεί μερικώς η λειτουργία των κωνίων που επιτρέπουν την έγχρωμη όραση κατά τη διάρκεια της ημέρας σε 2 παιδιά με αχρωματοψία.

Τα ευρήματα, που παρουσιάστηκαν στο περιοδικό "Brain"  αποτελούν ένα 1ο βήμα προς τη θεραπεία της συγγενούς ασθένειας που οδηγεί σε πλήρη αχρωματοψία και σοβαρά περιορισμένη όραση.

Ένα στα 30.000 παιδιά γεννιέται με ελαττώματα στα γονίδια CNGA3 ή CNGB3. Κωδικοποιούν τμήματα ενός μεμβρανικού καναλιού ("cyclic nucleotide-gated cation channel") που είναι απαραίτητο στα κωνία του αμφιβληστροειδούς. Το ελάττωμα οδηγεί στην πλήρη απώλεια των κωνίων.

Οι πάσχοντες βλέπουν μόνο με τα ραβδία, τα οποία είναι υπεύθυνα για τη νυχτερινή όραση και δεν μπορούν να διακρίνουν τα χρώματα. Εκτός από την αχρωματοψία, αυτό οδηγεί σε σημαντική μείωση της οπτικής οξύτητας σε συνδυασμό με ακραία ευαισθησία στη θάμβωση κατά τη διάρκεια της ημέρας. Επιπλέον, υπάρχει συχνά νυσταγμός.

Τα γονιδιακά ελαττώματα στον αμφιβληστροειδή είναι πλέον προσβάσιμα στη γονιδιακή θεραπεία. Οι αδενο-συνδεδεμένοι ιοί εγχέονται στον υποαμφιβληστροειδικό χώρο. Οι ιοί μολύνουν τα αισθητήρια κύτταρα και εναποθέτουν μια άθικτη έκδοση του γονιδίου, η απώλεια του οποίου ευθύνεται για την ασθένεια.

Η έγκριση του Luxturna, το οποίο μετριάζει τη συγγενή αμαύρωση του Leber με τη χρήση μιας σωστής έκδοσης του γονιδίου RPE65, οδήγησε στην ανάπτυξη άλλων γονιδιακών θεραπειών, μεταξύ άλλων για την αχρωματοψία.

Η αρχική εμπειρία σε ενήλικες ασθενείς ήταν μέτρια. Σε 2 μελέτες με 9 ασθενείς (JAMA Ophthalmology 2020) και 2 ασθενείς αντίστοιχα (Journal of Neuroscience), επιτεύχθηκε μικρή μόνο βελτίωση της οπτικής λειτουργίας.

Αυτό θα μπορούσε να οφείλεται στον εκφυλισμό των αχρησιμοποίητων κωνίων κατά τη διάρκεια της ζωής, υπέθεσε η Tessa Dekker από το Ινστιτούτο Οφθαλμολογίας του Λονδίνου.

Η 1η δοκιμασία περιελάμβανε μια λειτουργική απεικόνιση μαγνητικού συντονισμού (fMRI). Μπορεί να ανιχνεύσει την ενεργοποίηση περιοχών του εγκεφάλου μέσω αλλαγών στην οξυγόνωση του αίματος. Οι ερευνητές διέγειραν τα μάτια με ορισμένα έγχρωμα φωτεινά σήματα που γίνονται αντιληπτά από τα κωνία αλλά όχι από τα ραβδία.

Σε 2 από τους 4 ασθενείς, έναν από κάθε μία από τις δύο γονιδιακές θεραπείες, εμφανίστηκαν σήματα στον οπτικό φλοιό που μπορούσαν να προέρχονται μόνο από τα κωνία 6 έως 14 μήνες μετά τη θεραπεία. Δεν ανιχνεύθηκαν σε μια ομάδα ελέγχου μη θεραπευμένων ασθενών.

Η 2η δοκιμασία έλεγξε την ικανότητα των ασθενών να αναγνωρίζουν χρωματικές αντιθέσεις, κάτι που δεν είναι δυνατό στην αχρωματοψία, καθώς οι ασθενείς μπορούν στην καλύτερη περίπτωση να διακρίνουν αποχρώσεις του γκρι. Μετά τη γονιδιακή θεραπεία, 2 ασθενείς μπόρεσαν να αναγνωρίσουν τις χρωματικές αντιθέσεις. Πρόκειται για τους ίδιους ασθενείς στους οποίους η μαγνητική τομογραφία είχε ανιχνεύσει σήματα από τα κωνία στον οπτικό φλοιό.

Η Dekker θεωρεί ότι η θεραπεία επανενεργοποίησε επιτυχώς τα κωνία για την όραση. Το κλινικό όφελος της θεραπείας πάντως μένει να φανεί. Η βελτίωση της οπτικής οξύτητας δεν έχει ακόμη τεκμηριωθεί, αν και ένας από τους δύο ασθενείς δήλωσε ότι μπορούσε πλέον να δει καλύτερα τις πινακίδες κυκλοφορίας στο δρόμο.

Πηγές:
Brain