Ο Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ χορήγησε ταχεία έγκριση σε μια εξατομικευμένη γονιδιακή θεραπεία για μια εξαιρετικά σπάνια παιδική εγκεφαλική νόσο, που ονομάζεται εγκεφαλική αδρενολευκοδυστροφία ή CALD.

Η θεαρπεία, από βλαστοκύτταρα του ίδιου του ασθενούς, είναι το πρώτο φάρμακο που διατίθεται στις ΗΠΑ για το CALD, το οποίο επηρεάζει νεαρά αγόρια και συνήθως οδηγεί σε σοβαρή αναπηρία ή θάνατο. Αναπτύχθηκε από την εταιρεία βιοτεχνολογίας Bluebird.

Η έγκριση του σκευάσματος αυτού είναι η δεύτερη για τη Bluebird μέσα σε τέσσερις εβδομάδες, καθώς η εταιρεία έλαβε πρόσφατα το "πράσινο φως" για μια άλλη γονιδιακή θεραπεία που αφορά νόσο διαταραχής του αίματος, τη βήτα θαλασσαιμία.

Τόσο η CALD όσο και η σοβαρή βήτα θαλασσαιμία είναι ασυνήθιστες, αν και η πρώτη είναι πολύ πιο σπάνια. Η συσσώρευση επιβλαβών λιπαρών οξέων στον εγκέφαλο και το νευρικό σύστημα προκαλεί CALD, η οποία οδηγεί σε προβλήματα μάθησης και συμπεριφοράς πριν προχωρήσει σε πιο σοβαρή νευρολογική βλάβη.

Στις ΗΠΑ, υπολογίζεται ότι γεννιούνται 50 αγόρια κάθε χρόνο που θα συνεχίσουν να αναπτύσσουν CALD. Η  Bluebird αναμένει να θεραπεύει περίπου 10 ετησίως.

Με εφάπαξ έγχυση, η θεραπεία θα κοστίσει 3 εκατ. δολ, τιμή που την καθιστά ως μία από τις πιο ακριβές που έχουν κυκλοφορήσει ποτέ στη βάση της μίας έγχυσης, ξεπερνώντας το κόστος των 2,8 εκατ. δολ. που αποζημιώνεται η άλλη γονιδιακή θεραπεία της Bluebird .

Το φάρμακο απευθύνεται σε παιδιά ηλικίας τεσσάρων έως 17 ετών που βρίσκονται στα αρχικά στάδια της νόσου. 

Σε μία κλινική μελέτη για το φάρμακο, 29 από τους 32 ασθενείς που έλαβαν τη θεραπεία έφτασαν τα δύο χρόνια ζωής ή δεν ανέπτυξαν σημαντική λειτουργική αναπηρία, επιτυγχάνοντας τον κύριο στόχο της μελέτης. Περαιτέρω μελέτη έδειξε ότι το όφελος διατηρήθηκε για πέντε χρόνια στους περισσότερους ασθενείς που παρακολουθούνταν για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα. (Μια άλλη δοκιμή που περιλαμβάνει 35 ασθενείς βρίσκεται σε εξέλιξη.)

Ωστόσο, ο FDA έθεσε μια σειρά ζητημάτων σχετικά με τον τρόπο ανάλυσης αυτών των δεδομένων καθώς και το μέγεθος του οφέλους σε ασθενείς για τους οποίους διατίθενται μοσχεύματα.

Επιπλέον, τρεις ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε η θεραπεία ανέπτυξαν έναν τύπο καρκίνου του μυελού των οστών πολλούς μήνες αργότερα. Σε δύο, ο καρκίνος συνδέθηκε άμεσα με τη θεραπεία, που πιθανότατα προκλήθηκε από τον τροποποιημένο ιό που χρησιμοποιήθηκε για τη δημιουργία του φαρμάκου. Το προσωπικό του FDA έχει δηλώσει ότι πιστεύει ότι είναι πιθανό να αναπτυχθούν περισσότερες περιπτώσεις με την πάροδο του χρόνου.

Στη συνάντηση του Ιουνίου, οι σύμβουλοι επιφορτίστηκαν με τη στάθμιση αυτού του κινδύνου και τελικά κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί με επαρκώς ισχυρή παρακολούθηση. Ο καρκίνος, που ονομάζεται μυελοδυσπλαστικό σύνδρομο, μπορεί να εξελιχθεί σε λευχαιμία, αλλά είναι θεραπεύσιμος. Δύο από τους τρεις ασθενείς ήταν σε ύφεση τον Ιούνιο.

Η επισήμανση του FDA για το σκεύασμα φέρει αυτό που είναι γνωστό ως προειδοποίηση «μαύρου κουτιού», η πιο αυστηρή του οργανισμού, για τον κίνδυνο καρκίνων του αίματος, συμπεριλαμβανομένου του μυελοδυσπλαστικού συνδρόμου. Συνιστάται στους γιατρούς να παρακολουθούν στενά τους ασθενείς μέσω εξετάσεων αίματος τουλάχιστον κάθε έξι μήνες και μέσω γενετικής αλληλουχίας των κυττάρων ετησίως για 15 χρόνια μετά τη θεραπεία.

Η Bluebird αναμένει ότι η θεραπεία θα είναι διαθέσιμη μέχρι το τέλος του έτους και σχεδιάζει να συνεργαστεί με έναν «περιορισμένο αριθμό» κέντρων που έχουν εμπειρία στη θεραπεία της CALD και στη μεταμόσχευση βλαστοκυττάρων, συμπεριλαμβανομένων των Boston Children's Hospital και του CHOP.

Η εταιρεία δεν θα συνάψει συμφωνίες κάλυψης «βασισμένες στα αποτελέσματα» με ασφαλιστές για τη θεραπεία όπως έκανε με την άλλη γονιδιακή θεραπεία της, για την οποία έχει αποδεχτεί να αποζημιώσει μέρος του κόστους εάν οι ασθενείς δεν συνεχίσουν να επωφελούνται.

Πηγές:
https://www.biopharmadive.com/