Οι εμβολιασμοί κατά της CοViD-19 επιτυγχάνουν υψηλό προστατευτικό αποτέλεσμα στις έγκυες γυναίκες. Αυτό αποδεικνύεται από μία μελέτη αρνητικού διαγνωστικού ελέγχου του Κέντρου Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (CDC), η οποία δημοσιεύθηκε στο "JAMA Network Open".

Οι έγκυες γυναίκες αποκλείστηκαν από τη συμμετοχή στις τυχαιοποιημένες μελέτες, στις οποίες τα δύο εμβόλια mRNA της Biontech/Pfizer και της Moderna είχαν επιτύχει υψηλή προστατευτική δράση έναντι της CοViD-19.

Θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι ο εμβολιασμός προστατεύει τις έγκυες γυναίκες στον ίδιο βαθμό. Αυτή είναι η πεποίθηση και των διεθνών επιτροπών εμβολιασμού. Συνιστούν λοιπόν επειγόντως τον εμβολιασμό με εμβόλιο mRNA, καθώς η CoViD-19 συνδέεται με αυξημένους κινδύνους για τη μητέρα και το παιδί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.

Ωστόσο, εκκρεμούσε ακόμη η τελική επιβεβαίωση της αποτελεσματικής επίδρασης του εμβολιασμού. Για το σκοπό αυτό, το CDC διεξήγαγε μελέτη αρνητικού διαγνωστικού ελέγχου σε 306 κλινικές και 164 τμήματα επειγόντων περιστατικών στα πλαίσια του δικτύου VISION. Επιπλέον συγκρίθηκε και η κατάσταση εμβολιασμού μεταξυ δύο ομάδων.

Η 1η ομάδα ήταν έγκυες γυναίκες που νοσηλεύτηκαν σε τμήματα επειγόντων περιστατικών ή στο νοσοκομείο λόγω CοVid-19. Όσο μικρότερο είναι το μερίδιο των εμβολιασμένων ασθενών στους νοσούντες, τόσο μεγαλύτερη είναι η αποτελεσματικότητα του εμβολιασμού.

Την ομάδα σύγκρισης αποτέλεσαν ασθενείς με συμπτώματα που έμοιαζαν με  CoViD - 19 αλλά στους οποίους το τεστ ήταν αρνητικό. Οι μελέτες αρνητικού διαγνωστικού ελέγχου είναι ένα συνηθισμένο εργαλείο για τη διερεύνηση της αποτελεσματικότητας των ετήσιων εμβολιασμών κατά της γρίπης.

Στην ανάλυσή τους, η Ruth Link-Gelles και οι συνεργάτες της στο CDC στην Ατλάντα διαχώρισαν τις ήπιες νοσήσεις, που οδήγησαν σε επισκέψεις στα επείγοντα περιστατικά, από τις σοβαρές που απαιτούσαν νοσηλεία.

Κατά τη διάρκεια του κύματος της παραλλαγής Δέλτα, η προστατευτική αποτελεσματικότητα πριν από την επίσκεψη σε τμήμα επειγόντων περιστατικών ήταν 84% με 95% διάστημα εμπιστοσύνης 69% έως 92% όταν η 2η δόση γινόταν από 14 - 149 ημέρες. Η αποτελεσματικότητα του εμβολίου μειώθηκε στο 75% (5-93%) όταν περνούσαν 150 ή περισσότερες ημέρες από τη 2η δόση.

Η αναμνηστική δόση αύξησε την αποτελεσματικότητα του εμβολίου στο 81% (30-95%).

Η προστατευτική επίδραση έναντι των εισαγωγών σε νοσοκομεία που σχετίζονται με το CοViD-19 ήταν πολύ υψηλή και στις 3 ομάδες, 99% (96-100%), 96% (86-99%) και 97% (79-100%), αντίστοιχα.

Στο κύμα της Όμικρον, η προστατευτική δράση της βασικής ανοσοποίησης έναντι των ηπιότερων νοσήσεων χάθηκε.

Η Link-Gelles διαπίστωσε μη σημαντική αποτελεσματικότητα του εμβολίου κατά 3% (-49% έως 37%) για τις πρώτες 14 - 149 ημέρες και κατά 42% (-16% έως 72%) για μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα από τη 2η δόση.

Μόνο η αναμνηστική δόση αποκατέστησε την προστασία για σύντομο χρονικό διάστημα: η αποτελεσματικότητα του εμβολίου ήταν 79% (59-89 %) για τις πρώτες 7 -119 ημέρες μετά την αναμνηστική δόση, μετά την οποία χάθηκε.

Οι έγκυες γυναίκες προστατεύονταν από σοβαρή νόσηση με νοσηλεία σε νοσοκομείο με την προστατευτική επίδραση του εμβολιασμού να φτάνει το 86% (41-97 %) κατά τις πρώτες 149 ημέρες μετά τη βασική ανοσοποίηση.

Στη συνέχεια, η αποτελεσματικότητα του εμβολιασμού έφτανε στο 64% (-102 % έως 93 %) και δεν ήταν πλέον σημαντική. Η αναμνηστική δόση ήταν επίσης αποτελεσματική μόνο κατά τις πρώτες 119 ημέρες, με προστατευτική επίδραση της τάξης του 86% (28-97 %). Μετά από αυτό το διάστημα, η επίδραση χανόταν και πάλι.