Και ενώ όλος o κόσμος, θεσμικοί και μη, Σύλλογοι Ασθενών, φωνάζουν για τις ελλείψεις στα φάρμακα, αναδεικνύοντας την ταλαιπωρία που πρέπει να περάσουν οι ασθενείς για να βρουν τα αναγκαία για την υγεία τους σκευάσματα, το οξύμωρο είναι ότι κάποια από αυτά, όπως μας ειπώθηκε, βρίσκονται μέσα στα ληγμένα που παίρνουν πίσω οι φαρμακοβιομηχανίες και τα πηγαίνουν προς καταστροφή. Αρα το πρώτο εύλογο ερώτημα είναι οι επιστροφές των ληγμένων (όγκος, αξία, δραστικές) ελέγχονται από την πλευρά της Πολιτείας.

Είναι χαρακτηριστική η δήλωση υπεύθυνου φαρμακαποθήκης σε πολυεθνική επιχείρηση, σύμφωνα με τον οποίο:

"Για τις ληξιπρόθεσμες επιστροφές εκφράζω τουλάχιστον τη δυσφορία μου με το απαράδεκτο γεγονός να μην χρησιμοποιούνται τα φάρμακα στερώντας από την  αγορά το δικαίωμα να τα βρουν (μικροκλίμα ελλείψεων ιδιαίτερα δε και σε αυτά που η αγορά ονομάζει ελλειπτικά) και το φαινόμενο αυτό αφορά ιδιαίτερα τα φαρμακεία … Πέρα από την κατάσταση ότι γυρνούν χωρίς καμία ακολουθία, από ποια φαρμακαποθήκη τα πήραν, είναι και χάλι μαύρο έτσι όπως μας τα στέλνουν τελικά. Και για όλα αυτά κόβουμε πιστωτικά πέρα από την αδρανοποίηση κουπονιού ένα-ένα, πέρα από τη διάθεση αυτό τον μήνα ενός συνεργάτη μας να κάνει τη δουλειά και πέρα από το ότι πρέπει να τα τακτοποιήσουμε ανά κατηγορία περιέκτη και ότι τελικά θα πληρώσουμε και για τη καταστροφή … Νομίζω ότι κάτι ριζικά χρειάζεται να αλλάξει στην αγορά. Εφαρμόζουμε τον νόμο μεν αλλά ήμαρτον!"

Αλλος παράγοντας από ελληνική φαρμακοβιομηχανία, μας επεσήμανε, αρκετές φορές στις επιστροφές που λαμβάνουμε υπάρχουν ελλειπτικά, που συγκαταλέγονται στην λίστα των "άφαντων" φαρμάκων από την αγορά και μπορεί να κοστίζουν από μερικά ευρώ μέχρι και και 200 ευρώ (π.χ. σκεύασμα για την οστεοπόρωση). 

Kαι συνεχίζουν οι πηγές μας: έχει κανείς αντιληφθεί το μέγεθος των επιστροφών; Κυμαίνονται από 40 έως 50 εκατ. ευρώ σε μία ιδιωτική αγορά που η δαπάνη είναι 4 δισ. ευρώ (ιδιωτική αγορά φαρμάκου). Οι επιστροφές αντιστοιχούν από 0,5% έως και 2% στο τζίρο ανά εταιρεία. 

Χαρακτηριστικά είναι δύο παραδείγματα μιας πολυεθνικής και μιας ελληνικής. Στην μεν πολυεθνική το κόστος των επιστροφών είναι 1,5 εκ. ευρώ επί του συνολικού ετήσιου τζίρου της, ενώ στην ελληνική αναρριχάται το κόστος στα 2 εκατομμυρίων ευρώ και κάτι. Κόστος στο οποίο, σύμφωνα με στέλεχος πολυεθνικής, δεν περιλαμβάνεται το έξοδο της καταστροφής που ανέρχεται σε κάποιες χιλιάδες ευρώ (για την προαναφερόμενη πολυεθνική είναι στα 30.000 ευρώ)

Και φτάνουμε στο πρόβλημα των ελλείψεων

Η νομοθεσία προβλέπει ότι φαρμακοποιοί μπορούν να επιστρέφουν τα ληγμένα φάρμακα και να αποζημιώνονται στην ονομαστική αξία κτήσης τους. Ομως αυτή η νομοθεσία όπως λέγεται και μπάζει νερά και κοστίζει ο κούκος αηδόνι στις φαρμακοβιομηχανίες. Καταρχήν λόγω του όγκου των φαρμάκων που έχουν να διαχειριστούν οι φαρμακοποιοί. Μόνο τα φάρμακα που υπάρχουν στο Δελτίο Τιμών ανέρχονται στα 8.500 σκευάσματα και αν σε αυτά συμπεριληφθούν τα μη φάρμακα , τα ιατροτεχνολογικά και τα παραφάρμακα, τότε ο όγκος μπορεί να ξεπερνά και τους 20.000 κωδικούς με ότι αυτό σημαίνει στη σωστή διαχείριση του προϊοντικού χαρτοφυλακίου.  

Οπως λέει παράγοντας από την πλευρά των εταιρειών, έχει παρατηρηθεί ότι ο  φαρμακοποιός στην προσπάθειά του να καλύψει τη ζήτηση θέλει να έχει stock ένα με δύο κουτιά σε κάθε κωδικό και επίσης προωθεί ως συνήθως όχι το πιο παλιό βάσει ημερομηνίας λήξης σκεύασμα αλλά ότι πιο πρόσφατα έχει παραλάβει. 

Τι σημαίνει αυτό με απλά μαθηματικά. Αν λήξει μια παρτίδα ενός σκευάσματος λιανικής τιμής 10 ευρώ, τότε αν το κόστος αυτό πολλαπλασιαστεί με τον αριθμό των φαρμακείων (10.000 σημεία)για την εταιρεία που πρέπει να το πάρει πίσω ως ληγμένο, το κόστος είναι 100.000 ευρώ. 

Τι πρέπει να γίνει;

Ελεγχος και πάλι έλεγχος και επίσης η εφαρμογή των registries να γνωρίζουν οι εμπλεκόμενοι, ποιοι είναι πραγματικά οι ασθενείς που χρειάζονται το φάρμακο. 
Επιπλέον θα μπορούσε να δικαιολογείται και ορισμένο ποσοστό επιστροφών, γεγονός που παρά τις όποιες αντιδράσεις θα ικανοποιούσε όλους τους κρίκους της εφοδιαστικής αλυσίδας στην σωστή διακίνηση και διάθεση των φαρμάκων. 

Είναι χαρακτηριστική η τελευταία ανακοίνωση του ΣΦΕΕ που αναφέρει μεταξύ άλλων τα εξής:  

Ως ΣΦΕΕ, από τις 15/7/2022 έχουμε στείλει τις προτάσεις μας προς το Υπουργείο και τον ΕΟΦ με κύριο άξονα τη διαφάνεια και τον έλεγχο στην εφοδιαστική αλυσίδα του φαρμάκου.
Όπως από το 2016, οι φαρμακευτικές εταιρείες καθημερινά επικοινωνούν στον ΕΟΦ τις πωλήσεις τους ανά ΑΦΜ και ανά SKU (κωδικό), έτσι πρέπει να κάνει και το χονδρεμπόριο. Δυστυχώς, όμως, η διαφάνεια δεν επεκτείνεται πέραν των φαρμακευτικών εταιρειών.

Μια αντιστοίχιση της συνταγογράφησης (στοιχεία ΗΔΙΚΑ/ΕΟΠΥΥ) με τα στοιχεία του ΕΟΦ θα αναδείξει εάν υπάρχουν προβλήματα από την πλευρά των παραγωγών. 

Αντίστοιχα μέτρα προτείνει και η Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων και Συνδέσμων (EFPIA), χρησιμοποιώντας δεδομένα του NMVS (FMD Directive), καθότι τα θέμα των ελλείψεων είναι Ευρωπαϊκό, στην Ελλάδα βέβαια για άλλους λόγους. 

Κύριε Υπουργέ, είναι εμφανές και γνωστό ότι οι χαμηλές τιμές των πρωτοτύπων φαρμάκων στην Ελλάδα είναι στο 50% του μέσου όρου της Ευρώπης και στο ¼ της Γερμανίας – Αυστρίας. Αυτό δεν πρόκειται να αλλάξει σύντομα εκτός αν αποφασίσετε ριζικές μεταρρυθμίσεις, και δεν εννοούμε αυξήσεις τιμών.

Σας ενημερώνουμε πάντως ότι οι εταιρείες μέλη του ΣΦΕΕ δεν έχουν κανένα όφελος, ούτε από τις ελλείψεις, ούτε από τις παράλληλες εξαγωγές, και σας καλούμε να διαπιστώσετε σε ποιο βαθμό ισχύει το ίδιο και για τους άλλους εταίρους της αλυσίδας του φαρμάκου".

Συμπερασματικά το πρόβλημα των ελλείψεων είναι δύσκολο και όχι απλό. Αρα οι λύσεις δεν μπορεί να είναι μία αλλά πολλές και στοχευμένες που θα αφορούν όλους του εμπλεκόμενους φορείς στην αλυσίδα του φαρμάκου.