Ο Χειμώνας έχει καθιερωθεί ως η κατεξοχήν εποχή της γρίπης, μιας ιογενούς λοίμωξης του αναπνευστικού συστήματος που επηρεάζει εκατομμύρια ανθρώπους κάθε χρόνο. Ο ιός της γρίπης μεταδίδεται κυρίως μέσω των σταγονιδίων που εκλύονται κατά τον βήχα, το φτέρνισμα ή την ομιλία, αλλά και μέσω της επαφής με μολυσμένες επιφάνειες και αντικείμενα, όταν ακολουθεί επαφή των χεριών με το στόμα, τη μύτη ή τα μάτια. Οι συνθήκες συγχρωτισμού σε κλειστούς χώρους και οι χαμηλές θερμοκρασίες ευνοούν τη διασπορά του ιού, καθιστώντας τη γρίπη ιδιαίτερα συχνή τους χειμερινούς μήνες.
Στις τυπικές περιπτώσεις, η γρίπη χαρακτηρίζεται από αιφνίδια έναρξη συμπτωμάτων, με υψηλό πυρετό που μπορεί να φτάσει τους 38–41 βαθμούς Κελσίου, ρίγος, έντονο πονοκέφαλο, ξηρό ή παραγωγικό βήχα, μυαλγίες, αρθραλγίες, πρήξιμο των λεμφαδένων και έντονο αίσθημα κακουχίας. Ο πυρετός συνήθως εμφανίζει ταχεία άνοδο κατά το πρώτο 24ωρο και υποχωρεί σταδιακά μέσα σε δύο έως τρεις ημέρες, αν και σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να διαρκέσει έως και μία εβδομάδα.
Η κλινική εικόνα της γρίπης δεν είναι πάντοτε τυπική. Η νόσος μπορεί να εμφανιστεί με άτυπες μορφές, όπως δεκατική πυρετική κίνηση, ήπια αλλά επίμονη εξάντληση λίγων ημερών ή συμπτώματα που προσομοιάζουν με κοινό κρυολόγημα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ο ασθενής νοσεί υποκλινικώς, χωρίς εμφανή συμπτώματα, παρουσιάζοντας μόνο εργαστηριακές μεταβολές, όπως αλλαγές στον αριθμό ή τον τύπο των λευκών αιμοσφαιρίων ή σε άλλες παραμέτρους που σχετίζονται με τη φλεγμονώδη αντίδραση του οργανισμού.
Παρότι η γρίπη είναι συνήθως αυτοϊώμενη και υποχωρεί εντός δύο έως πέντε ημερών, σε μικρό ποσοστό ασθενών μπορεί να εμφανιστούν σοβαρές επιπλοκές που ενδέχεται να απειλήσουν ακόμη και τη ζωή. Τέτοιες επιπλοκές περιλαμβάνουν την οξεία βρογχίτιδα, την πνευμονία, τη μυοκαρδίτιδα, καθώς και την αναπνευστική ανεπάρκεια. Οι επιπλοκές αυτές είναι συχνότερες σε ηλικιωμένους, άτομα με χρόνια νοσήματα και σε ασθενείς με εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα.
Ένα από τα συχνότερα συμπτώματα που προβληματίζουν τους ασθενείς με γρίπη είναι η έντονη κόπωση και εξάντληση, η οποία μπορεί να επιμένει ακόμη και όταν η πορεία της νόσου είναι ομαλή και χωρίς επιπλοκές. Η κόπωση αυτή οφείλεται κυρίως στην έντονη ενεργοποίηση του ανοσοποιητικού συστήματος. Κατά τη διάρκεια της λοίμωξης, ο οργανισμός κινητοποιεί πολύπλοκους αμυντικούς μηχανισμούς, όπως την παραγωγή αντισωμάτων, ιντερφερονών, την ενεργοποίηση του σπλήνα και τη δράση των κυτταροτοξικών λεμφοκυττάρων. Η αυξημένη αυτή μεταβολική και ανοσολογική δραστηριότητα οδηγεί σε προσωρινή εξάντληση των ενεργειακών αποθεμάτων του σώματος.
Σπανιότερα, η κόπωση μπορεί να σχετίζεται με πιο σοβαρές καταστάσεις, όπως μυοσίτιδα, ραβδομυόλυση λόγω λύσης των μυϊκών κυττάρων ή νευρολογικές επιπλοκές, όπως το σύνδρομο Guillain-Barré, οι οποίες μπορεί να απειλήσουν τη ζωή ή να προκαλέσουν μόνιμη αναπηρία. Για τον λόγο αυτό, η επίμονη ή επιδεινούμενη κόπωση δεν πρέπει να αγνοείται.
Ένα ιδιαίτερα συχνό ερώτημα, ειδικά σε άτομα που ασκούνται συστηματικά, είναι κατά πόσο μπορούν να συνεχίσουν το πρόγραμμα άσκησής τους κατά τη διάρκεια της γρίπης. Η απάντηση δεν είναι απόλυτη και εξαρτάται από τη βαρύτητα και το είδος των συμπτωμάτων.
Οι ασκούμενοι ασθενείς θα πρέπει καταρχάς να αποφεύγουν την έκθεση σε ρεύματα αέρα όταν είναι ιδρωμένοι ή βρεγμένοι, καθώς αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μυϊκές ψύξεις και επιδείνωση των συμπτωμάτων. Η ήπια σωματική δραστηριότητα δεν αντενδείκνυται, εφόσον δεν υπάρχει έντονη κόπωση ή πυρετός. Σε αυτή την περίπτωση, συνιστάται σημαντική μείωση της έντασης και της διάρκειας της άσκησης.
Η ήπια άσκηση μπορεί να συμβάλει στη διάνοιξη των ρινικών διόδων και να ανακουφίσει τη ρινική συμφόρηση, ιδιαίτερα όταν τα συμπτώματα περιορίζονται στην περιοχή πάνω από τον λαιμό. Τέτοια συμπτώματα είναι η ρινική καταρροή, η συμφόρηση, το φτέρνισμα και ο ήπιος πονόλαιμος. Σε αυτές τις περιπτώσεις, προτιμώνται δραστηριότητες χαμηλής έντασης, όπως η βάδιση, ενώ θα πρέπει να αποφεύγονται τα βάρη και οι έντονες αερόβιες ασκήσεις. Ιδιαίτερη έμφαση πρέπει να δίνεται στην προθέρμανση, στην ήπια άσκηση και στις ασκήσεις χαλάρωσης.
Αντίθετα, η άσκηση πρέπει να αποφεύγεται όταν τα συμπτώματα εντοπίζονται κάτω από την περιοχή του λαιμού. Συμπτώματα όπως πόνος ή συμφόρηση στο στήθος, δύσπνοια, στομαχικές διαταραχές, καθώς και γενικευμένα συμπτώματα όπως πυρετός, ρίγος, επίμονη κόπωση και διάχυτοι μυϊκοί πόνοι, αποτελούν σαφείς αντενδείξεις για άσκηση.
Η επανένταξη στο σύνηθες πρόγραμμα άσκησης μετά την ανάρρωση πρέπει να γίνεται σταδιακά και όχι απότομα, ώστε να δοθεί χρόνος στον οργανισμό να ανακτήσει πλήρως τις δυνάμεις του. Παράλληλα, θα πρέπει να αποφεύγονται δραστηριότητες με αυξημένο κίνδυνο τραυματισμού και η άσκηση να πραγματοποιείται τουλάχιστον δύο έως τρεις ώρες μετά το γεύμα.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η επαρκής ενυδάτωση με νερό, η αποφυγή καπνίσματος και η κατανάλωση φρούτων και λαχανικών σε καθημερινή βάση. Τροφές όπως οι σούπες, οι ζωμοί, το μέλι, το τσάι και το κεφίρ αποτελούν καλές διατροφικές επιλογές κατά τη διάρκεια των λοιμώξεων, ενώ θα πρέπει να αποφεύγονται το αλκοόλ, ο καφές και τα αναψυκτικά τύπου cola. Τα ατμόλουτρα και οι γαργάρες με αλατόνερο μπορούν να συμβάλουν στην ανακούφιση των συμπτωμάτων.
Τέλος, άτομα κάτω των είκοσι ετών πρέπει να αποφεύγουν τη λήψη ασπιρίνης και συναφών σκευασμάτων λόγω του κινδύνου εμφάνισης του συνδρόμου Reye. Η χρήση αντιβιοτικών, αντιισταμινικών ή αποσυμφορητικών χωρίς ιατρική σύσταση δεν ενδείκνυται. Η επαρκής ξεκούραση και ο ποιοτικός ύπνος αποτελούν βασικά στοιχεία της ανάρρωσης. Σε άτομα υψηλού κινδύνου ή σε περιπτώσεις σοβαρών ή παρατεινόμενων συμπτωμάτων, η έγκαιρη ιατρική αξιολόγηση είναι απαραίτητη.
Ειδήσεις υγείας σήμερα
Αγαπηδάκη: Πώς θα υλοποιηθεί το πρόγραμμα για έγκαιρη διάγνωση νεφρικής δυσλειτουργίας
Μετφορμίνη και long COVID [μελέτη]
Ο Βέλης Παππάς διευθυντής Πωλήσεων στη Sanoptis Ελλάδας