Ερευνητές του ιατρικού Πανεπιστημίου του Γκράτς στην Αυστρία εντόπισαν έναν σημαντικό γενετικό παράγοντα που φαίνεται να επηρεάζει την ευπάθεια των ανθρώπων στην Frühsommer-Meningoenzephalitis (FSME), μια σοβαρή ιογενή λοίμωξη που μεταδίδεται από τσιμπούρια και προκαλεί έντονες φλεγμονές στο νευρικό σύστημα.

Στην Αυστρία καταγράφονται κάθε χρόνο περίπου 100 έως 200 περιστατικά της νόσου, πολλά από τα οποία αφήνουν μακροχρόνιες επιπτώσεις στους ασθενείς. Η ερευνητική ομάδα ανακοίνωσε ότι εντόπισε έναν πιθανό "στόχο" του ιού στο ανθρώπινο γονιδίωμα, γεγονός που θα μπορούσε στο μέλλον να συμβάλει στην ανάπτυξη νέων θεραπευτικών προσεγγίσεων.

Οι λοιμώξεις από τον ιό της FSME μπορεί να εξελιχθούν σοβαρά. Περίπου οι μισοί ενήλικες που νοσηλεύονται με ταυτόχρονη φλεγμονή των μηνίγγων και του εγκεφαλικού ιστού δεν έχουν πλήρη ανάρρωση κατά την έξοδό τους από το νοσοκομείο.

Περίπου το 10% των ασθενών εμφανίζει παράλυση σε κάποιο άκρο κατά τη διάρκεια της νοσηλείας, ενώ η θνητότητα της νόσου υπολογίζεται περίπου στο 1%. Μέχρι σήμερα δεν υπάρχει ειδική αντιική θεραπεία για την αντιμετώπιση της λοίμωξης.

Στο πλαίσιο διεθνούς συνεργασίας, οι επιστήμονες εξέτασαν το γονιδίωμα ασθενών με FSME από διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, συγκρίνοντας γενετικά δεδομένα περίπου 1.600 ατόμων από τη Σλοβενία, την Τσεχία, την Πολωνία, τις χώρες της Βαλτικής, τη Γερμανία, την Αγγλία και την Αυστρία.

Στη μελέτη, οι ερευνητές ανέλυσαν περίπου 700.000 γενετικές παραλλαγές ανά άτομο και τις συνέκριναν με δεδομένα υγιών ατόμων.

Η ανάλυση αποκάλυψε μια αυξημένη παρουσία συγκεκριμένης γενετικής παραλλαγής στο γονίδιο ABCG1 στους ασθενείς με FSME.

Το εύρημα αυτό υπέδειξε ότι το συγκεκριμένο γονίδιο ενδέχεται να παίζει σημαντικό ρόλο στη βιολογία του ιού. Σε επόμενα εργαστηριακά πειράματα, οι επιστήμονες μπλόκαραν φαρμακολογικά τη λειτουργία του γονιδίου σε κυτταρικές καλλιέργειες και διαπίστωσαν ότι υπό αυτές τις συνθήκες ο ιός πολλαπλασιαζόταν πολύ πιο δύσκολα.

Το γονίδιο ABCG1 είναι γνωστό ότι ρυθμίζει ένα μεμβρανικό πρωτεϊνικό σύστημα που εμπλέκεται στη μεταφορά λιπιδίων, κυρίως χοληστερόλης, από τα κύτταρα προς την επιφάνεια της κυτταρικής μεμβράνης.

Σύμφωνα με τους ερευνητές, η ανακάλυψη αυτή ανοίγει νέες προοπτικές για την κατανόηση των γενετικών μηχανισμών της νόσου και ενδεχομένως για την ανάπτυξη μελλοντικών θεραπειών.

Τα επόμενα ερευνητικά βήματα θα εξετάσουν κατά πόσο η στοχευμένη αναστολή του γονιδίου μπορεί να επηρεάσει θετικά την πορεία της νόσου στους ασθενείς.

Παράλληλα, οι επιστήμονες θα διερευνήσουν αν ο ίδιος μηχανισμός σχετίζεται και με άλλες ιογενείς φλεγμονές του εγκεφάλου, όπως αυτές που προκαλούνται από τη ιλαρά, τον ιό του έρπητα, τη λύσσα ή από εντεροϊούς.

Ειδήσεις υγείας σήμερα
Κόλιανδρος: Ποια είναι τα οφέλη του
Εγκαίνια έκθεσης φωτογραφίας Δέσποινας Κατσώχη στην ΕΣΗΕΑ
Γενικευμένη φλυκταινώδης ψωρίαση: Στη LEO Pharma η άδεια κυκλοφορίας καινοτόμου θεραπείας