Ερευνητές από τα πανεπιστημιακά νοσοκομεία της Βασιλείας και της Ζυρίχης στην Ελβετία ανέπτυξαν μια νέα προσέγγιση που μπορεί να επιταχύνει σημαντικά τη διάγνωση εμφραγμάτων, αξιοποιώντας με διαφορετικό τρόπο μια ήδη καθιερωμένη εξέταση αίματος.

Η μέθοδος δίνει τη δυνατότητα στους γιατρούς να διαπιστώνουν ταχύτερα αν ένας ασθενής έχει υποστεί οξύ έμφραγμα, επιτρέποντας την έγκαιρη έναρξη θεραπείας και αυξάνοντας τις πιθανότητες αποφυγής μόνιμων βλαβών στην καρδιά.

Η έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό "Journal of the American College of Cardiology", βασίστηκε σε δεδομένα 9.704 ασθενών από διεθνή μελέτη.

Οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι καθοριστικό ρόλο δεν παίζουν μόνο τα επίπεδα των καρδιακών δεικτών τροπονίνης Ι και Τ στο αίμα, αλλά και η μεταξύ τους αναλογία.

Μέχρι σήμερα, οι γιατροί χρησιμοποιούν τις τροπονίνες για να εντοπίσουν βλάβες στον καρδιακό μυ όταν υπάρχει υποψία εμφράγματος.

Σύμφωνα με τους ερευνητές, η νέα ανάλυση της σχέσης των δύο δεικτών επιτρέπει πιο γρήγορη διάκριση ανάμεσα σε οξύ έμφραγμα και άλλες μορφές καρδιακής βλάβης, ενώ βοηθά και στην αναγνώριση των συχνότερων τύπων εμφράγματος.

"Αν μπορούμε να αντλήσουμε περισσότερες πληροφορίες από την ίδια εξέταση αίματος, μπορούμε να λαμβάνουμε ταχύτερα τις σωστές αποφάσεις και να προλαμβάνουμε επιπλοκές", δήλωσε ο Τόμπιας Τσίμερμαν, ένας από τους βασικούς συγγραφείς της μελέτης και ανώτερος ιατρός στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο της Βασιλείας.

Παρά τα ενθαρρυντικά αποτελέσματα, η νέα μέθοδος δεν εφαρμόζεται ακόμη στην καθημερινή κλινική πρακτική. Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι απαιτούνται περαιτέρω μελέτες πριν από την ευρεία χρήση της στα νοσοκομεία.

Ειδήσεις υγείας σήμερα
Κάθε 1.000 επιπλέον βήματα μετά την εγχείρηση μειώνουν τον κίνδυνο επιπλοκών [μελέτη]
Χανταϊός: ''Ξυπνούν'' μνήμες Covid στα Κανάρια: Φόβοι και αντιδράσεις των κατοίκων
Ηλεκτρικά πατίνια: Τι ισχύει σε Ευρώπη και Ελλάδα για την πρόληψη ατυχημάτων