Η άμεση θνησιμότητα μετά από ένα έμφραγμα του μυοκαρδίου είναι πλέον χαμηλή, ωστόσο ο κίνδυνος για νέα καρδιαγγειακά επεισόδια μέσα στην επόμενη δεκαετία παραμένει αυξημένος.
Ο κίνδυνος αυτός μπορεί να μειωθεί σημαντικά μέσω σωστής δευτερογενούς πρόληψης, τόνισε ο καρδιολόγος Alexander Niessner σε ανακοίνωση του συνδέσμου Υγείας της Βιέννης, επισημαίνοντας ότι βασικοί πυλώνες είναι η αντιμετώπιση των παραγόντων κινδύνου, η κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή, η αποκατάσταση και η υιοθέτηση υγιεινού τρόπου ζωής.
Σημαντικό πρόβλημα αποτελεί το γεγονός ότι υπάρχει μεγάλο περιθώριο βελτίωσης στη δευτερογενή πρόληψη, καθώς λιγότερο από το 20% των ασθενών που έχουν υποστεί έμφραγμα συμμετέχουν σε πρόγραμμα αποκατάστασης. Όπως εξήγησε ο Niessner, η αποκατάσταση προσφέρει στους ασθενείς τον απαραίτητο χρόνο για να κατανοήσουν τη θεραπεία, να θέσουν ερωτήματα και να ενσωματώσουν θετικές αλλαγές στην καθημερινότητά τους, ενισχύοντας έτσι την πρόγνωση.
Η φαρμακευτική θεραπεία προσαρμόζεται εξατομικευμένα, λαμβάνοντας υπόψη το προφίλ κινδύνου και τις συνθήκες ζωής κάθε ασθενούς, ενώ ο υγιεινός τρόπος ζωής περιλαμβάνει τακτική σωματική άσκηση, ισορροπημένη διατροφή και αποχή από το κάπνισμα.
Σύμφωνα με πρόσφατα δεδομένα, σε ασθενείς με γνωστή καρδιαγγειακή νόσο, η μείωση της LDL χοληστερόλης από 66 σε 56 mg/dl μπορεί να περιορίσει τα επόμενα καρδιαγγειακά επεισόδια κατά περίπου ένα τρίτο, γεγονός που καθιστά συχνά αναγκαία τη φαρμακευτική αγωγή, παράλληλα με την τήρηση δίαιτας χαμηλής σε λιπαρά.
Παρά τη σημαντική πρόοδο της ιατρικής, που έχει μειώσει τη θνησιμότητα κατά 90% τα τελευταία 50 χρόνια, οι καρδιαγγειακές παθήσεις εξακολουθούν να αποτελούν την κύρια αιτία θανάτου στην Ευρώπη.
Ειδήσεις υγείας σήμερα
ΕΟΔΥ: Τρία κρούσματα λεπτοσπείρωσης στη Ζάκυνθο - Ένας νεκρός
Πόσο επηρεάζει η ηλικία τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου
Το σοβαρό εγκεφαλικό συνδέεται με πενταπλάσιο κίνδυνο άνοιας