Στη Γερμανία, μετά από μια διάγνωση καρκίνου, πολλοί ασθενείς αναρωτιούνται αν είναι υποχρεωμένοι να ενημερώσουν τον εργοδότη τους για την ασθένειά τους. Η απάντηση είναι όχι. Δεν υπάρχει νομική υποχρέωση να γνωστοποιηθεί η διάγνωση. Ωστόσο, η γερμανική υπηρεσία πληροφόρησης για τον καρκίνο συνιστά στους ασθενείς να σταθμίσουν προσεκτικά τα πιθανά οφέλη και τα μειονεκτήματα πριν λάβουν την απόφασή τους.
Όταν ένας εργαζόμενος με καρκίνο αδυνατεί προσωρινά να εργαστεί, οφείλει να ενημερώσει τον εργοδότη του ότι βρίσκεται σε αναρρωτική άδεια. Ο εργοδότης ενημερώνεται μόνο για τη διάρκεια της ανικανότητας προς εργασία και όχι για τη φύση της πάθησης. Επομένως, η απόφαση για το αν θα μιλήσει ανοιχτά για την ασθένειά του σε εργοδότη και συναδέλφους παραμένει αποκλειστικά προσωπική και εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από τη σχέση εμπιστοσύνης που υπάρχει στον χώρο εργασίας.
Η ανοιχτή επικοινωνία μπορεί να οδηγήσει σε κατανόηση, συμπαράσταση και μεγαλύτερη υποστήριξη από τον εργοδότη και τους συναδέλφους. Εάν όλοι γνωρίζουν ότι ο εργαζόμενος χρειάζεται τακτικές ιατρικές εξετάσεις ή θεραπείες, αποφεύγονται οι συνεχείς εξηγήσεις για τις απουσίες του. Επιπλέον, οι συνάδελφοι ενδέχεται να δείξουν μεγαλύτερη κατανόηση απέναντι σε πιθανές διακυμάνσεις στην απόδοσή του και να συμβάλουν στην ομαλή λειτουργία της ομάδας.
Από την άλλη πλευρά, η αποκάλυψη της διάγνωσης μπορεί να συνοδεύεται από αδιάκριτες ερωτήσεις ή άστοχα σχόλια που επιβαρύνουν ψυχολογικά τον ασθενή. Ορισμένοι συνάδελφοι μπορεί να αποστασιοποιηθούν επειδή δυσκολεύονται να διαχειριστούν την κατάσταση, γεγονός που μπορεί να δημιουργήσει αίσθημα απομόνωσης. Για τον λόγο αυτό, όποιος επιλέξει να μιλήσει ανοιχτά για την ασθένειά του καλό είναι να έχει αποφασίσει εκ των προτέρων ποιες πληροφορίες επιθυμεί να μοιραστεί και ποιες όχι.
Είναι επίσης χρήσιμο να ενημερωθούν ο εργοδότης και οι συνάδελφοι για το πώς επιθυμεί ο ίδιος ο ασθενής να αντιμετωπίζεται – για παράδειγμα, αν θέλει να συζητά για την ασθένειά του ή προτιμά να μην αποτελεί θέμα συζήτησης.
Κατά την απόφαση για γνωστοποίηση της νόσου πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και εργασιακά ζητήματα. Ένας εργαζόμενος με σύμβαση αορίστου χρόνου ενδέχεται να αντιμετωπίζει διαφορετικά την κατάσταση από κάποιον με σύμβαση ορισμένου χρόνου. Ρόλο παίζουν επίσης το είδος της εργασίας και οι συνθήκες απασχόλησης.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, μετά από αξιολόγηση από τον ιατρό εργασίας, μπορούν να συμφωνηθούν προσαρμογές όπως η τροποποίηση των καθηκόντων, η προσαρμογή της θέσης εργασίας ή η δυνατότητα τηλεργασίας.
Πολλοί ασθενείς φοβούνται ότι δεν θα μπορέσουν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της εργασίας τους ή ότι κινδυνεύουν να χάσουν τη θέση τους. Κατ’ αρχήν, ένας εργοδότης μπορεί να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας ακόμη και όταν ο εργαζόμενος πάσχει από καρκίνο ή βρίσκεται σε αναρρωτική άδεια.
Ωστόσο, όταν αναγνωριστεί επίσημα σοβαρή αναπηρία, ο εργαζόμενος απολαμβάνει ειδική προστασία από την απόλυση. Για να ισχύσει αυτή η προστασία, απαιτείται η υποβολή σχετικής αίτησης στην αρμόδια υπηρεσία. Μετά την αναγνώριση της αναπηρίας, η απόλυση επιτρέπεται συνήθως μόνο με την έγκριση της αρμόδιας αρχής. Η προστασία αυτή ισχύει ακόμη και αν ο εργοδότης δεν γνώριζε την ύπαρξη της αναπηρίας.
Χρήσιμη υποστήριξη μπορούν να προσφέρουν οι εκπρόσωποι των εργαζομένων για θέματα αναπηρίας, τα σωματεία ή τα συμβούλια εργαζομένων, καθώς και εξειδικευμένοι νομικοί σύμβουλοι όταν υπάρχουν αμφιβολίες σχετικά με τα δικαιώματα του εργαζομένου.
Παράλληλα, τα ψυχοκοινωνικά κέντρα υποστήριξης ασθενών με καρκίνο παρέχουν συμβουλευτική για ζητήματα που αφορούν την εργασία, την επιστροφή στην επαγγελματική ζωή, τα επιδόματα ασθενείας, την αναγνώριση αναπηρίας και την αποκατάσταση, ενώ μπορούν να παραπέμψουν τους ασθενείς και σε άλλες κατάλληλες υπηρεσίες υποστήριξης.
Προσθέστε το iatronet.gr στο DiscoverΕιδήσεις υγείας σήμερα
Είναι αυτές οι συνήθειες πράγματι υγιεινές;
Ποιοι παράγοντες επηρεάζουν το πόσες θερμίδες καίμε
Κ. Γιαννακόπουλος: Έβδομη θητεία για τον μακροβιότερο πρόεδρο Ιατρικού Συλλόγου