Στο θέμα της απρόκλητης και βίαιης επίθεσης σε βάρος εφημερεύοντος ιατρού και νοσηλεύτριας στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών (ΤΕΠ) του νοσοκομείου Βόλου, αναφέρεται το προεδρείο του Ιατρικού Συλλόγου Μαγνησίας σε επιστολή προς τα υπουργεία Προστασίας του Πολίτη και Δικαιοσύνης.
Όπως επισημαίνεται, ο Σύλλογος εκφράζει την εντονότατη διαμαρτυρία, αγανάκτηση και βαθιά ανησυχία του για ένα εξαιρετικά σοβαρό περιστατικό βίας που έλαβε χώρα κατά τις βραδινές ώρες της Παρασκευής 7 Αυγούστου στο ΤΕΠ και είχε ως θύματα εφημερεύοντα ιατρό και νοσηλεύτρια του νοσοκομείου.
Στην επιστολή αναφέρονται αναλυτικά τα ακόλουθα:
Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχουν περιέλθει σε γνώση του Συλλόγου μας, κατά τη διάρκεια της εφημερίας και ενώ το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό ασκούσε τα καθήκοντά του, ο εφημερεύων ιατρός και η νοσηλεύτρια βάρδιας δέχθηκαν απρόκλητη, βίαιη και ιδιαιτέρως επικίνδυνη επίθεση από ασθενή και, κυρίως, από τη θυγατέρα αυτής, η οποία φέρεται να βρισκόταν σε κατάσταση ιδιαίτερης έντασης.
Κατά το περιστατικό, φέρεται ότι χρησιμοποιήθηκε και αντικείμενο (διακορευτής) με αποτέλεσμα να τραυματισθούν οι δύο εργαζόμενοι, να υποστούν φθορές και σχισίματα τα ενδύματά τους, ενώ παράλληλα δέχθηκαν βαρύτατες ύβρεις και προσβλητικές εκφράσεις.
Το περιστατικό σύμφωνα με όσα μας έχουν γνωστοποιηθεί, εκτυλίχθηκε ενώπιον πλήθους αυτοπτών μαρτύρων, μεταξύ των οποίων ασθενείς, εργαζόμενοι του Νοσοκομείου, διευθυντές ιατροί, καθώς και η διευθύντρια της Ιατρικής Υπηρεσίας.
Η σοβαρότητα του συμβάντος είναι αυταπόδεικτη. Δεν πρόκειται για μία απλή λεκτική αντιπαράθεση ή για ένα σύνηθες περιστατικό έντασης σε χώρο παροχής υπηρεσιών υγείας. Πρόκειται, σύμφωνα με τα καταγγελλόμενα, για φυσική επίθεση κατά εργαζομένων σε δημόσιο νοσοκομείο, κατά την άσκηση των υπηρεσιακών τους καθηκόντων, με χρήση βαρέος αντικειμένου και πρόκληση τραυματισμών, μέσα μάλιστα στον κατεξοχήν χώρο παροχής επείγουσας ιατρικής φροντίδας.
Υπενθυμίζεται ότι ο νομοθέτης, ακριβώς λόγω της ιδιαίτερης έξαρσης περιστατικών βίας σε βάρος ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού, θέσπισε ειδική ποινική προστασία των δομών υγείας. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 168 παρ. 4 του Ποινικού Κώδικα, όπως ισχύει μετά τον ν. 5090/2024, τιμωρείται όποιος εισέρχεται σε δομή παροχής υπηρεσιών υγείας και με φωνασκίες, θόρυβο, ύβρεις, απειλές ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο διαταράσσει τη λειτουργία της, ενώ, όταν η πράξη συνδέεται με πρόκληση βιαιοπραγίας, προβλέπεται ιδιαιτέρως αυξημένη ποινική μεταχείριση.
Περαιτέρω, η χρήση βαρέος αντικειμένου και η πρόκληση τραυματισμών δύνανται, ανάλογα με τις ειδικότερες πραγματικές περιστάσεις και τα ιατρικά ευρήματα, να υπαχθούν και στις διατάξεις περί σωματικών βλαβών του Ποινικού Κώδικα, η δε οριστική ποινική αξιολόγηση ανήκει ασφαλώς στις αρμόδιες εισαγγελικές και δικαστικές αρχές.
Ιδιαίτερος προβληματισμός για την αστυνομική διαχείριση του περιστατικού. Εκείνο, όμως, που προκαλεί πρόσθετη και εξαιρετικά σοβαρή ανησυχία στον Ιατρικό Σύλλογο Μαγνησίας είναι η πληροφόρηση που έχουμε λάβει αναφορικά με την αντιμετώπιση του περιστατικού από τις αστυνομικές αρχές.
Συγκεκριμένα, μολονότι, σύμφωνα με τις πληροφορίες μας, η Ελληνική Αστυνομία κλήθηκε να επέμβει, δεν φαίνεται να ακολουθήθηκε, στον βαθμό που επιβαλλόταν από τη φύση και τη βαρύτητα των καταγγελλόμενων πράξεων, η προβλεπόμενη αυτεπάγγελτη ποινική διαδικασία ούτε να πραγματοποιήθηκαν οι ενέργειες που θα ανέμενε κανείς για ένα περιστατικό βίαιης επίθεσης και τραυματισμού υγειονομικών εντός δημόσιου νοσοκομείου. Εάν τα ανωτέρω επιβεβαιωθούν, το ζήτημα καθίσταται ιδιαιτέρως σοβαρό.
Η θέσπιση αυστηρότερου ποινικού πλαισίου για τη βία σε νοσοκομεία δεν μπορεί να παραμένει κενό γράμμα. Η αποτελεσματικότητα της νομοθεσίας εξαρτάται πρωτίστως από την άμεση και απαρέγκλιτη εφαρμογή της από τις αρμόδιες αρχές.
Δεν είναι δυνατόν ένας ιατρός ή ένας νοσηλευτής που προσέρχεται στην εργασία του για να περιθάλψει ασθενείς, και ιδίως σε ένα Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών, να βρίσκεται αντιμέτωπος με τον κίνδυνο εξύβρισης, ξυλοδαρμού, τραυματισμού ή ακόμη και σοβαρότερης προσβολής της σωματικής του ακεραιότητας και, συγχρόνως, να δημιουργείται η εντύπωση ότι τέτοιου είδους συμπεριφορές μπορεί να μην προκαλούν την άμεση ενεργοποίηση των αρμόδιων διωκτικών μηχανισμών.
Η ανοχή απέναντι στη βία κατά υγειονομικών δεν πλήττει μόνο τον συγκεκριμένο ιατρό ή νοσηλευτή. Πλήττει ευθέως τη λειτουργία του δημόσιου συστήματος υγείας, προκαλεί ανασφάλεια στο σύνολο του προσωπικού και θέτει σε κίνδυνο ακόμη και τους ίδιους τους ασθενείς, αφού κάθε βίαιο επεισόδιο μέσα σε Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών διαταράσσει τη δυνατότητα απρόσκοπτης παροχής επείγουσας ιατρικής φροντίδας.
Για τους λόγους αυτούς:
Ο Ιατρικός Σύλλογος Μαγνησίας καταδικάζει με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο το ανωτέρω περιστατικό και ζητεί:
- Πρώτον, την άμεση και πλήρη διερεύνηση των πραγματικών περιστατικών της επίθεσης και την εφαρμογή όλων των προβλεπόμενων από την ποινική νομοθεσία διαδικασιών έναντι των υπαιτίων.
- Δεύτερον, την άμεση διερεύνηση των ενεργειών των αστυνομικών οργάνων που κλήθηκαν στο περιστατικό και, ειδικότερα, για ποιο λόγο, εφόσον πράγματι συνέβη όπως μας έχει γνωστοποιηθεί, δεν κινήθηκε ή δεν ολοκληρώθηκε η προβλεπόμενη αυτεπάγγελτη και αυτόφωρη διαδικασία για τα αδικήματα που φέρονται να είχαν τελεσθεί.
- Τρίτον, να δοθούν σαφείς και ενιαίες οδηγίες προς όλες τις αστυνομικές υπηρεσίες της χώρας για την άμεση αντιμετώπιση περιστατικών βίας σε δημόσια νοσοκομεία και λοιπές δομές υγείας, σύμφωνα με το ισχύον αυστηρότερο νομοθετικό πλαίσιο.
- Τέταρτον, να ενισχυθούν ουσιαστικά τα μέτρα φύλαξης και ασφάλειας στα Τμήματα Επειγόντων Περιστατικών και ιδίως κατά τις νυχτερινές εφημερίες, όπου το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό βρίσκεται εκτεθειμένο σε αυξημένο κίνδυνο επεισοδίων.
- Πέμπτον, να ενημερωθεί εγγράφως ο Ιατρικός Σύλλογος Μαγνησίας για τις ενέργειες στις οποίες θα προβούν τα αρμόδια Υπουργεία και υπηρεσίες επί του συγκεκριμένου περιστατικού.
Ο Ιατρικός Σύλλογος Μαγνησίας δηλώνει ότι δεν πρόκειται να αντιμετωπίσει ως “σύνηθες περιστατικό” ή ως αναπόφευκτη συνέπεια της λειτουργίας των Τμημάτων Επειγόντων Περιστατικών οποιαδήποτε μορφή βίας εναντίον ιατρών και λοιπού υγειονομικού προσωπικού.
Η εργασία σε δημόσιο νοσοκομείο και η προσφορά υπηρεσιών υγείας δεν μπορεί και δεν πρέπει να συνεπάγονται έκθεση του εργαζομένου σε σωματική βία, απειλές ή εξευτελιστική συμπεριφορά.
Η Πολιτεία οφείλει να εγγυάται στην πράξη – και όχι μόνο σε επίπεδο νομοθετικής πρόβλεψης – ότι κάθε ιατρός και κάθε εργαζόμενος σε δομή υγείας μπορεί να ασκεί με ασφάλεια το λειτούργημα και τα καθήκοντά του. Αναμένουμε την άμεση παρέμβασή σας.
Προσθέστε το iatronet.gr στο DiscoverΕιδήσεις υγείας σήμερα
Meta και TikTok αντιμέτωπες με 3.300 αγωγές για εθισμό των νέων
Τι να προσέχετε αν ταξιδεύετε με αυτοκίνητο
Απλή αγωγή θα μπορούσε να σώσει πολύ πρόωρα μωρά από την τύφλωση [μελέτη]