Η ευρωπαϊκή υγειονομική κρίση δεν είναι πλέον μόνο ζήτημα χρηματοδότησης των συστημάτων Υγείας, αλλά όλο και περισσότερο ζήτημα ανθρώπινου δυναμικού: γιατρών, νοσηλευτών και λοιπών επαγγελματιών υγείας.
Η Ευρώπη διαθέτει τη μεγαλύτερη πυκνότητα υγειονομικού προσωπικού παγκοσμίως, ωστόσο οι μέσοι όροι κρύβουν μεγάλες ανισότητες μεταξύ χωρών και, κυρίως, σοβαρές ελλείψεις σε συγκεκριμένες ειδικότητες και γεωγραφικές περιοχές.
Η Eurostat προειδοποιεί ότι, εάν συνεχιστούν οι σημερινές δημογραφικές τάσεις, η Ευρώπη θα μπορούσε μέχρι το 2070 να αντιμετωπίσει έλλειψη σχεδόν ενός εκατομμυρίου εργαζομένων στον τομέα της Υγείας.
Στο πλαίσιο αυτό, οι αμοιβές των γιατρών αποτελούν έναν από τους βασικούς παράγοντες ανταγωνισμού μεταξύ των ευρωπαϊκών συστημάτων Υγείας.
Τα στοιχεία από τον ΟΟΣΑ (Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης) δείχνουν τεράστιες αποκλίσεις. Το 2023, οι μισθωτοί ειδικευμένοι γιατροί στις περισσότερες χώρες του ΟΟΣΑ αμείβονταν μεταξύ 1,5 και 2,5 φορές τον μέσο εθνικό μισθό, ενώ οι αυτοαπασχολούμενοι γενικοί γιατροί σε πολλές χώρες έφθαναν τις δύο έως τέσσερις φορές τον μέσο μισθό.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο εντυπωσιακή όταν οι αποδοχές συγκριθούν σε κοινή μονάδα αγοραστικής δύναμης. Το 2023 οι μισθωτοί ειδικευμένοι γιατροί είχαν τις υψηλότερες αποδοχές στην Ιρλανδία, όπου τα νέα συμβόλαια των consultants, που τέθηκαν σε ισχύ το 2024 και προβλέπουν περιορισμούς στην παράλληλη ιδιωτική δραστηριότητα, οδήγησαν σε μέσο εισόδημα άνω των 250.000 δολαρίων.
Για τους αυτοαπασχολούμενους ειδικευμένους γιατρούς, στις κορυφαίες θέσεις βρίσκονται η Γερμανία και η Αυστρία, με εισοδήματα κοντά ή πάνω από τις 300.000 δολάρια σε όρους αγοραστικής δύναμης.
Αντίθετα, η Ελλάδα βρίσκεται στην ομάδα των χωρών με τις χαμηλότερες αποδοχές, περίπου στις 65.000–75.000 δολάρια για τους μισθωτούς ειδικευμένους γιατρούς.
Η διαφορά αποτυπώνεται και στον ευρωπαϊκό Τύπο. Το Euronews, βασιζόμενο στα στοιχεία του ΟΟΣΑ, είχε καταγράψει ότι οι ακαθάριστες ετήσιες αποδοχές των ειδικευμένων γιατρών κυμαίνονταν από περίπου 20.200 ευρώ στην Πολωνία έως 258.552 ευρώ στο Λουξεμβούργο, ενώ Ιρλανδία, Ολλανδία, Δανία και Ισλανδία ξεπερνούσαν τα 150.000 ευρώ.
Η Γερμανία βρισκόταν περίπου στα 146.000 ευρώ και το Ηνωμένο Βασίλειο στα 136.000 ευρώ. Στην Ελλάδα, την Πορτογαλία και αρκετές άλλες χώρες οι αμοιβές των μισθωτών ειδικευμένων ήταν κάτω από 50.000 ευρώ με βάση τα συγκεκριμένα συγκριτικά στοιχεία.
Η σύγκριση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία εάν ληφθεί υπόψη το επίπεδο των γενικών μισθών. Η Eurostat υπολογίζει ότι το 2024 ο μέσος ετήσιος μισθός πλήρους απασχόλησης στην ΕΕ ήταν 39.800 ευρώ. Στην Ελλάδα ήταν μόλις 18.000 ευρώ, έναντι 61.100 ευρώ στην Ιρλανδία, 71.600 στη Δανία και 83.000 στο Λουξεμβούργο.
Έτσι, η ελληνική δυσκολία δεν είναι μόνο ότι οι γιατροί αμείβονται λιγότερο από τους συναδέλφους τους στη Βόρεια και Δυτική Ευρώπη· είναι ότι εργάζονται μέσα σε ένα οικονομικό περιβάλλον όπου οι αμοιβές και η αγοραστική δύναμη παραμένουν αισθητά χαμηλότερες.
Το ελληνικό παράδοξο, ωστόσο, είναι ακόμη βαθύτερο. Η Ελλάδα εμφανίζεται στις ευρωπαϊκές στατιστικές με πολύ μεγάλο αριθμό γιατρών, αλλά ταυτόχρονα αντιμετωπίζει σοβαρές ελλείψεις σε νοσηλευτές και σε συγκεκριμένες ιατρικές ειδικότητες. Η Eurostat κατέγραψε για το 2021 την Ελλάδα στην κορυφή ως προς τους γιατρούς που έχουν άδεια άσκησης επαγγέλματος, με 629,2 γιατρούς ανά 100.000 κατοίκους.
Η ίδια η Eurostat, όμως, επισημαίνει τη διαφορά μεταξύ "licensed to practise" και "practising": ο πρώτος δείκτης περιλαμβάνει γιατρούς που διαθέτουν άδεια αλλά δεν παρέχουν κατ’ ανάγκη ενεργά υπηρεσίες σε ασθενείς.
Αυτό είναι κρίσιμο για την κατανόηση της ελληνικής πραγματικότητας. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στην πιο πρόσφατη έκθεση για την Ελλάδα, αναγνωρίζει ότι η χώρα διαθέτει σχετικά μεγάλο αριθμό γιατρών, αλλά αντιμετωπίζει ελλείψεις νοσηλευτών και αρκετών ειδικοτήτων, μεταξύ των οποίων και γενικών γιατρών, ιδιαίτερα στις αγροτικές και δυσπρόσιτες περιοχές.
Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι η άνιση γεωγραφική κατανομή του υγειονομικού προσωπικού περιορίζει την πρόσβαση στις υπηρεσίες Υγείας και προτείνει ολοκληρωμένο σχεδιασμό για την πρόσληψη και κυρίως τη διατήρηση του νοσηλευτικού προσωπικού.
Το πρόβλημα των νοσηλευτών είναι, άλλωστε, πανευρωπαϊκό. Η Eurostat επισημαίνει ότι η γήρανση του πληθυσμού αυξάνει τη ζήτηση για υπηρεσίες φροντίδας, ενώ ο αριθμός των ανθρώπων ηλικίας 65 ετών και άνω στην ΕΕ προβλέπεται να αυξηθεί κατά 33% μεταξύ 2024 και 2050, από 21,5% σε 29% του συνολικού πληθυσμού. Την ίδια στιγμή, νοσηλευτές και επαγγελματίες φροντίδας συνταξιοδοτούνται ή εγκαταλείπουν το επάγγελμα.
Ο ΠΟΥ για την Ευρώπη περιγράφει την κατάσταση ακόμη πιο δραματικά: σχεδόν όλες οι χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας αναφέρουν ελλείψεις και κακή κατανομή του προσωπικού Υγείας, ενώ η ζήτηση για υπηρεσίες αυξάνεται ταχύτερα από την προσφορά γιατρών, νοσηλευτών και άλλων επαγγελματιών.
Παρά την αύξηση του αριθμού των γιατρών κατά 20% και των νοσηλευτών κατά 8% την περίοδο έως το 2023, οι ανισότητες μεταξύ χωρών και μεταξύ αστικών και αγροτικών περιοχών παραμένουν μεγάλες.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η διάσταση της μετανάστευσης. Η Ευρώπη αντιμετωπίζει μέρος των ελλείψεών της προσελκύοντας γιατρούς και νοσηλευτές από άλλες χώρες. Σύμφωνα με τον ΠΟΥ, μεταξύ 2014 και 2023 ο αριθμός των γιατρών που είχαν εκπαιδευτεί στο εξωτερικό και εργάζονταν στην ευρωπαϊκή περιφέρεια αυξήθηκε κατά 58%, ενώ των νοσηλευτών κατά 67%.
Το 2023, μάλιστα, το 60% των γιατρών και το 72% των νοσηλευτών που εισέρχονταν στο ευρωπαϊκό υγειονομικό εργατικό δυναμικό είχαν εκπαιδευτεί εκτός Ευρώπης. Η κινητικότητα αυτή δημιουργεί έναν ανταγωνισμό μεταξύ των εθνικών συστημάτων Υγείας: χώρες με υψηλότερες αμοιβές και καλύτερες συνθήκες μπορούν να προσελκύουν προσωπικό από χώρες με χαμηλότερες αποδοχές, επιτείνοντας τις ελλείψεις στις δεύτερες.
Η Ελλάδα έχει βρεθεί ιδιαίτερα εκτεθειμένη σε αυτόν τον ανταγωνισμό. Χαρακτηριστικό είναι το πρόσφατο ρεπορτάζ της γαλλικής Le Monde, σύμφωνα με το οποίο από το 2008 έως το 2023 σχεδόν 20.000 Έλληνες γιατροί μετανάστευσαν, ενώ οι αποχωρήσεις λόγω συνταξιοδότησης δεν αναπληρώθηκαν επαρκώς. Το δημοσίευμα περιγράφει ένα δημόσιο σύστημα που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει υποχρηματοδότηση, ελλείψεις και μεγάλους χρόνους αναμονής και αναφέρει ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αμοιβή περίπου 2.100 ευρώ τον μήνα για διευθυντή κλινικής.
Η εικόνα συμπληρώνεται από την επιβάρυνση των ίδιων των εργαζομένων. Έρευνα του ΠΟΥ/Ευρώπης, στην οποία συμμετείχαν περισσότερες από 90.000 γιατροί και νοσηλευτές σε 29 χώρες, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι συνθήκες εργασίας επιβαρύνουν σοβαρά την ψυχική υγεία των επαγγελματιών Υγείας. Η εξουθένωση, η έλλειψη προσωπικού, η υπερβολική εργασία και η αίσθηση ότι δεν υπάρχουν επαρκείς πόροι για την παροχή ποιοτικής φροντίδας αποτελούν πλέον δομικά προβλήματα των ευρωπαϊκών συστημάτων.
Η Ελλάδα εμφανίζει έτσι ένα ιδιαίτερο και αντιφατικό μοντέλο: πολλούς γιατρούς στα στατιστικά, αλλά όχι αρκετούς γιατρούς εκεί όπου χρειάζονται· πολύ λίγους νοσηλευτές· χαμηλότερες αμοιβές από τις περισσότερες χώρες της Δυτικής και Βόρειας Ευρώπης· μεγάλη μετανάστευση γιατρών και άνιση γεωγραφική κατανομή του προσωπικού. Το αποτέλεσμα είναι να συνυπάρχουν το παράδοξο των «πολλών γιατρών» και η πραγματικότητα των νοσοκομείων που δυσκολεύονται να καλύψουν εφημερίες, κλινικές και περιφερειακές δομές.
Το πρόβλημα, επομένως, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί απλώς με την αύξηση του αριθμού των εισακτέων στις ιατρικές σχολές. Η Ευρώπη δείχνει ότι η παραγωγή νέων επαγγελματιών είναι μόνο η μία πλευρά της εξίσωσης. Χρειάζονται ανταγωνιστικές αμοιβές, καλύτερες συνθήκες εργασίας, επαρκής στελέχωση, ενίσχυση της νοσηλευτικής, κίνητρα για τις δυσπρόσιτες περιοχές και πολιτικές συγκράτησης και επιστροφής του ανθρώπινου δυναμικού. Ο ΠΟΥ έχει ήδη θέσει τη διατήρηση των νοσηλευτών στην εργασία στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής πρωτοβουλίας Nursing Action.
Το ουσιαστικό συμπέρασμα είναι ότι η Ελλάδα δεν πάσχει πρωτίστως από έλλειψη ανθρώπων που μπορούν να γίνουν γιατροί· πάσχει από αδυναμία να κρατήσει, να αμείψει, να κατανείμει και να αξιοποιήσει σωστά το ανθρώπινο δυναμικό που διαθέτει. Και όσο η διαφορά αμοιβών και συνθηκών με χώρες όπως η Γερμανία, η Ολλανδία, η Ιρλανδία και η Αυστρία παραμένει μεγάλη, η μετανάστευση θα συνεχίσει να λειτουργεί ως βαλβίδα εκτόνωσης για τον Έλληνα γιατρό αλλά ως απώλεια επένδυσης για το ελληνικό σύστημα Υγείας.
Το πραγματικό στοίχημα δεν είναι απλώς να εκπαιδευτούν περισσότεροι γιατροί και νοσηλευτές, αλλά να δημιουργηθεί ένα σύστημα στο οποίο θα θέλουν να παραμείνουν και να εργαστούν.
Προσθέστε το iatronet.gr στο DiscoverΕιδήσεις υγείας σήμερα
Κεράσια και βύσσινα: Τα οφέλη που παρέχουν στην υγεία
DNA-Ανάλυση: Τα βακτήρια που συνέβαλαν στην ήττα του Ναπολέοντα
Έξυπνο αισθητηριακό επίθεμα με τεχνητή νοημοσύνη για ήπια παρακολούθηση πρόωρων νεογνών