Ερευνητές από το Κέντρο Αφαίρεσης (Apheresezentrum) του Τεχνικού Πανεπιστημίου της Δρέσδης εντόπισαν ενθαρρυντικές, αλλά ακόμη προκαταρκτικές ενδείξεις ότι η αφαίρεση πλάσματος μπορεί να απομακρύνει από την κυκλοφορία του αίματος όχι μόνο ουσίες-στόχους, όπως η LDL, η λιποπρωτεΐνη(a), το ινωδογόνο και η C-αντιδρώσα πρωτεΐνη (CRP), αλλά ενδεχομένως και ορισμένους περιβαλλοντικούς ρύπους.

Στο πλαίσιο διεθνούς μελέτης, η ερευνητική ομάδα διαπίστωσε ότι οι συγκεντρώσεις συγκεκριμένων PFAS (υπερ- και πολυφθοριωμένων αλκυλιωμένων ουσιών) μειώθηκαν σημαντικά στο αίμα ατόμων που υποβλήθηκαν σε διπλή διήθηση πλάσματος. Τα αποτελέσματα δημοσιεύθηκαν στο "Brain Health 2026". 

Στη μελέτη συμμετείχαν 34 ενήλικες με διαταραχές του μεταβολισμού των λιπιδίων ή αυτοάνοσα νοσήματα, οι οποίοι υποβάλλονταν ήδη σε κλινικά ενδεδειγμένη θεραπεία αφαίρεσης.

Σε δύο ανεξάρτητα εργαστήρια, με τη χρήση φασματομετρίας μάζας, καταγράφηκε σημαντική μείωση τεσσάρων PFAS – PFOA, PFOS, PFNA και PFHxS – κατά έως και 76%. Παράλληλα, οι ίδιες ουσίες ανιχνεύθηκαν στο έκλουσμα, δηλαδή στο κλάσμα που διαχωρίζεται από το αίμα και απορρίπτεται.

Τα δεδομένα για τα μικρο- και νανοπλαστικά (MNPs) ήταν λιγότερο συνεπή. Σε τέσσερις συμμετέχοντες εξετάστηκαν οι συγκεντρώσεις διαφορετικών τύπων πλαστικών πριν και μετά την αφαίρεση.

Η συγκέντρωση πολυαιθυλενίου (PE) μειώθηκε και στα τέσσερα άτομα, ενώ χαμηλότερα επίπεδα πολυβινυλοχλωριδίου (PVC) καταγράφηκαν σε τρεις από τους τέσσερις. Για το πολυπροπυλένιο (PP) και το πολυστυρένιο (PS), τα αποτελέσματα ήταν λιγότερο σαφή.

Σε δύο συμμετέχοντες εφαρμόστηκε συνδυασμός διπλής διήθησης πλάσματος και επιλεκτικής προσρόφησης εξωκυττάριων συστατικών νουκλεϊκών οξέων. Στον έναν, το πολυστυρένιο και το πολυπροπυλένιο δεν ανιχνεύονταν πλέον μετά τη θεραπεία, ενώ στον δεύτερο δεν ανιχνεύονταν πολυαιθυλένιο, πολυπροπυλένιο και τερεφθαλικό πολυαιθυλένιο (PET).

Οι ερευνητές εκτιμούν ότι τα ευρήματα ενδέχεται να υποδεικνύουν πως μέρος των πλαστικών σωματιδίων που κυκλοφορούν στο αίμα συνδέεται με εξωκυτταρική χρωματίνη ή με κυστίδια. Εάν επιβεβαιωθεί, αυτό θα μπορούσε να εξηγεί γιατί ορισμένα σωματίδια απομακρύνονται όχι μόνο μέσω διήθησης αλλά και μέσω διαδικασιών προσρόφησης.

Σε τέσσερις συμμετέχοντες, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν επίσης χρώση με Nile Red και κυτταρομετρία ροής. Η μέθοδος έδειξε μείωση του αριθμού των νανοσωματιδίων κατά περίπου 70%. Ωστόσο, το εύρημα χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή, καθώς η συγκεκριμένη τεχνική δεν ανιχνεύει αποκλειστικά πλαστικά, αλλά και άλλα υδρόφοβα σωματίδια.

Οι PFAS αποτελούν μια μεγάλη ομάδα χιλιάδων ανθρωπογενών χημικών ουσιών. Ορισμένες από αυτές παρουσιάζουν πολύ μεγάλη βιολογική διάρκεια παραμονής και μπορούν να παραμένουν στον ανθρώπινο οργανισμό για χρόνια.

Η έκθεση σε PFAS έχει συσχετιστεί σε επιδημιολογικές μελέτες με διάφορες επιπτώσεις στην υγεία, μεταξύ άλλων μεταβολικές διαταραχές, αυξημένα επίπεδα LDL, διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος και ορισμένες μορφές καρκίνου. Οι συσχετίσεις αυτές, ωστόσο, δεν σημαίνουν ότι κάθε έκθεση προκαλεί κατ’ ανάγκη συγκεκριμένη νόσο.

Σε πρόσθετες αναλύσεις, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν φασματοσκοπία Raman και εντόπισαν σωματίδια πολυστυρενίου σε ανθρώπινο ιστό του βλεφάρου. Το εύρημα ενισχύει την υπόθεση ότι τα πλαστικά σωματίδια δεν περιορίζονται στην κυκλοφορία του αίματος, αλλά μπορούν να ανιχνευθούν και σε περιφερικούς ιστούς.

Παράλληλα, σε εργαστηριακά πειράματα, ανθρώπινα κύτταρα των επινεφριδίων εκτέθηκαν σε νανοσωματίδια πολυστυρενίου. Η έκθεση προκάλεσε αυξημένη απελευθέρωση γαλακτικής αφυδρογονάσης (LDH), ενός δείκτη κυτταρικής βλάβης ή θανάτου. Ενδιαφέρον είναι ότι ο ορός που είχε ληφθεί μετά την αφαίρεση φάνηκε να περιορίζει αυτή την επίδραση.

Οι ίδιοι οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι η μελέτη έχει αποκλειστικά υποθεσιογόνο χαρακτήρα και δεν αποδεικνύει ότι η αφαίρεση μπορεί να μειώσει μακροπρόθεσμα τη συνολική επιβάρυνση του οργανισμού από PFAS ή μικρο- και νανοπλαστικά.

Μεταξύ των βασικών περιορισμών περιλαμβάνονται το μικρό μέγεθος του δείγματος, η ετερογένεια των συμμετεχόντων και των συστημάτων αφαίρεσης, ο διερευνητικός χαρακτήρας των αναλύσεων για τα πλαστικά και ο κίνδυνος επιμόλυνσης των δειγμάτων κατά τη συλλογή και επεξεργασία τους.

Επιπλέον, οι μετρήσεις αποτελούν ουσιαστικά στιγμιότυπα. Η αρχική μείωση των ουσιών στο αίμα μπορεί να αντιστραφεί εάν στη συνέχεια απελευθερωθούν PFAS ή πλαστικά από αποθέματα που βρίσκονται στους ιστούς.

Όπως επισημαίνει ο πρώτος συγγραφέας της μελέτης, Stefan R. Bornstein, δεν είναι ακόμη γνωστό εάν η αφαίρεση μπορεί να απομακρύνει πλαστικά που έχουν ήδη εγκατασταθεί στους ιστούς ούτε εάν μπορεί να επηρεάσει τέτοιες εναποθέσεις μέσω εξωσωμάτων ή άλλων μηχανισμών.

Η ερευνητική ομάδα σχεδιάζει πλέον πειράματα σε μεγαλύτερα ζώα, τα οποία θα εκτεθούν σε μικρο- και νανοπλαστικά σημασμένα με ραδιοϊσότοπα ή σίδηρο.

Με τη χρήση τομογραφίας εκπομπής ποζιτρονίων (PET) και μαγνητικής τομογραφίας (MRI), οι επιστήμονες θα επιχειρήσουν να παρακολουθήσουν σε πραγματικό χρόνο και σε βάθος χρόνου την κατανομή των σωματιδίων και να διαπιστώσουν κατά πόσο η αφαίρεση επηρεάζει τα επίπεδά τους σε διαφορετικά διαμερίσματα του οργανισμού.

Το βασικό μήνυμα των ερευνητών παραμένει πάντως σαφές: η αποφυγή της έκθεσης αποτελεί την πρώτη προτεραιότητα. Η απομάκρυνση των ρύπων αφού έχουν ήδη εισέλθει στον οργανισμό είναι πολύ πιο δύσκολη και δαπανηρή από την πρόληψη της έκθεσης.

Προσθέστε το iatronet.gr στο Discover

Ειδήσεις υγείας σήμερα
Παπαγεωργίου: 18χρονος χάρισε ζωή με δωρεά οργάνων
Φάρμακα προηγμένων θεραπειών - ATMPs: Θεραπεία αντί για απλή αντιμετώπιση
Χρόνιες φλεγμονές: Πώς τις ελέγχει φυσική ουσία από θαλάσσιο σφουγγάρι