Τη συμβουλευτική συνδρομή της Ελληνικής Εταιρείας Χημειοθεραπείας και του Προέδρου της, Καθηγητή Ευάγγελου Γιαμαρέλλου-Μπουρμπούλη, ζήτησαν δημόσια οι Καθηγητές Antonio Artigas από το Πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης, Murat Akova από το Πανεπιστήμιο Hacettepe Άγκυρας και Djillali Annane από το Πανεπιστήμιο της Σορβόννης, αναδεικνύοντας την Ελληνική Προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης το δεύτερο εξάμηνο του 2027 ως ευκαιρία για να τεθεί η σήψη στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής συζήτησης για την υγεία.
Η παρέμβαση έγινε στο Πανελλήνιο Συνέδριο «The daily concern for the critically ill: EMBRACE the FUTURE», στην Αθήνα. Στις εργασίες του παρουσιάστηκαν νέα ερευνητικά δεδομένα για δύο κρίσιμα ζητήματα: πώς θα αναγνωρίζεται ο ασθενής που κινδυνεύει πριν επιδεινωθεί και πώς θα επιλέγεται η θεραπεία με βάση το ιδιαίτερο ανοσολογικό του προφίλ.
Το συνέδριο πραγματοποιήθηκε από τις 25 έως τις 27 Σεπτεμβρίου, ενώ στις 24 Σεπτεμβρίου προηγήθηκε κλειστή επιστημονική συνάντηση. Διοργανώθηκε από την Ελληνική Εταιρεία Χημειοθεραπείας σε συνεργασία με το Ελληνικό Ινστιτούτο Μελέτης της Σήψης και στις εργασίες συμμετείχαν κορυφαίοι επιστήμονες και εκπρόσωποι διεθνών και ευρωπαϊκών οργανισμών, μεταξύ των οποίων οι Marco Cavaleri, Djillali Annane, Murat Akova, Derek Angus και Antonio Artigas Raventós.
Το δημόσιο αίτημα των καθηγητών Artigas, Akova και Annane ανέδειξε τη διεθνή αναγνώριση της ελληνικής επιστημονικής συνεισφοράς στην έρευνα για τη σήψη, καθώς και τη δυνατότητα αξιοποίησης αυτής της εμπειρίας στην ευρωπαϊκή συζήτηση για την πρόληψη, την έγκαιρη αναγνώριση και την αντιμετώπισή της. Ταυτόχρονα, το κυρίαρχο μήνυμα του Συνεδρίου για την επόμενη ημέρα, είναι ότι η σήψη δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται με τον ίδιο τρόπο σε όλους τους ασθενείς. Η έγκαιρη αναγνώριση εκείνου που κινδυνεύει και η επιλογή θεραπείας με βάση τα ιδιαίτερα βιολογικά και ανοσολογικά χαρακτηριστικά του βρίσκονται στο επίκεντρο της νέας επιστημονικής προσέγγισης.
Ο Πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Χημειοθεραπείας και Καθηγητής Ευάγγελος Γιαμαρέλλος - Μπουρμπούλης, δήλωσε: «Το EMBRACE the FUTURE δεν ήταν ένας απολογισμός των τελευταίων 20 ετών. Ήταν μια συνάντηση εργασίας για το τι πρέπει να αλλάξει από εδώ και πέρα. Σήμερα γνωρίζουμε ότι πίσω από την ίδια κλινική εικόνα μπορεί να βρίσκονται διαφορετικοί μηχανισμοί νόσου και ότι κάθε ασθενής χρειάζεται να αντιμετωπίζεται με βάση το δικό του προφίλ. Το μεγάλο στοίχημα είναι να αναγνωρίζουμε εγκαίρως ποιος κινδυνεύει, να βρισκόμαστε μπροστά από τα γεγονότα και να προσφέρουμε τη σωστή θεραπεία στη σωστή στιγμή. Η επιστημονική πρόοδος έχει πραγματική αξία όταν μπορεί να μετατραπεί σε όφελος για τον ασθενή».
Η ελληνική έρευνα σε διεθνή αξιολόγηση
Ένα από τα στοιχεία που διαφοροποίησαν το EMBRACE the FUTURE από ένα συμβατικό επιστημονικό συνέδριο ήταν ο τρόπος με τον οποίο οργανώθηκε η εναρκτήρια ημέρα του.
Τέσσερα ερευνητικά προγράμματα της Ελληνικής Ομάδας Μελέτης της Σήψης -ΙMPRESS, PROMISE, CLASSIFY και EXTENT- δεν παρουσιάστηκαν απλώς στους σύνεδρους. Τέθηκαν σε ουσιαστική επιστημονική αξιολόγηση από τους Καθηγητές Djillali Annane, Murat Akova και Artigas Raventós.
Τα προγράμματα μελετούν διαφορετικούς βιοδείκτες, θεραπευτικές παρεμβάσεις και στάδια εξέλιξης της σήψης, από την προσέλευση στα επείγοντα έως τη νοσηλεία στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας.
Η CLASSIFY έχει ήδη ξεκινήσει σε νοσοκομεία της Αθήνας και της περιφέρειας, για την PROMISE βρίσκονται σε εξέλιξη οι πρώτες διαδικασίες ενεργοποίησης, ενώ η EXTENT επικεντρώνεται κυρίως σε ασθενείς που νοσηλεύονται σε Μονάδες Εντατικής Θεραπείας.
Το ζητούμενο δεν είναι να βρεθεί ένας μοναδικός δείκτης ή ένα φάρμακο για όλους τους πάσχοντες. Είναι να προσδιοριστεί ποιος συνδυασμός βιοδεικτών, κλινικών χαρακτηριστικών και θεραπευτικών παρεμβάσεων μπορεί να βοηθήσει τον συγκεκριμένο ασθενή, στη συγκεκριμένη φάση της νόσου. Αυτός είναι και ο πυρήνας της εξατομικευμένης αντιμετώπισης της σήψης.
IMMUNOSEP: Ένα σημαντικό βήμα για την εξατομικευμένη ανοσοθεραπεία στη σήψη
Στο επίκεντρο του συνεδρίου βρέθηκαν τα αποτελέσματα της κλινικής μελέτης IMMUNOSEP, στην οποία συμμετείχαν 276 ασθενείς από έξι χώρες. Η μελέτη κατέγραψε βελτίωση της οργανικής δυσλειτουργίας έως την ένατη ημέρα στο 35,1% των ασθενών της ομάδας παρέμβασης, έναντι 17,9% στην ομάδα ελέγχου.
Η θεραπευτική προσέγγιση βασίστηκε στο ανοσολογικό προφίλ κάθε ασθενούς. Σε ορισμένους ασθενείς με σήψη το ανοσοποιητικό σύστημα βρίσκεται σε υπερδιέγερση, ενώ σε άλλους παρουσιάζει σημαντική καταστολή. Πίσω από παρόμοια συμπτώματα μπορεί, επομένως, να λειτουργούν διαφορετικοί μηχανισμοί, που απαιτούν διαφορετική αντιμετώπιση.
Τα ευρήματα ενισχύουν την προοπτική της εξατομικευμένης ανοσοθεραπείας. Δεν σημαίνουν ότι η συγκεκριμένη προσέγγιση μπορεί να εφαρμοστεί άμεσα και με τον ίδιο τρόπο σε κάθε νοσοκομείο. Αποτελούν, όμως, ένα σημαντικό βήμα για τη διαμόρφωση νέων επιστημονικών συστάσεων και τη σταδιακή μετάβαση της ιατρικής ακριβείας στην κλινική πράξη.
PROMISE και αναγνώριση του κινδύνου πριν από την επιδείνωση
Μία από τις δυσκολότερες προκλήσεις στη σήψη είναι ο ασθενής που προσέρχεται φαινομενικά χωρίς κίνδυνο για τη ζωή του στα επείγοντα, αλλά μπορεί μέσα στις επόμενες ώρες να παρουσιάσει απότομη επιδείνωση.
Σε αυτό το χρονικό παράθυρο εστιάζει η μελέτη PROMISE, με τη συμμετοχή δέκα Τμημάτων Επειγόντων Περιστατικών από όλη την Ελλάδα. Με μια μικρή ποσότητα αίματος από το δάχτυλο και τη χρήση φορητής συσκευής μετρώνται μέσα σε λίγα λεπτά βιοδείκτες που μπορούν να αναδείξουν αν η ζωή του ασθενούς είναι ή όχι σε κίνδυνο.
Είκοσι χρόνια προόδου ωστόσο η σήψη παραμένει σύνθετη
Κατά τα τελευταία 20 χρόνια, η οργανωμένη ερευνητική προσπάθεια για τη σήψη στην Ελλάδα έχει συμβάλλει στην ανάπτυξη και αξιοποίηση νέων βιοδεικτών, ταχύτερων διαγνωστικών μεθόδων και εργαλείων που βοηθούν στην έγκαιρη αναγνώριση του ασθενούς που κινδυνεύει.
Παρά την πρόοδο, η σήψη εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις σοβαρότερες προκλήσεις για τα συστήματα υγείας. Μπορεί αρχικά να εκδηλωθεί με περιορισμένα ή μη ειδικά συμπτώματα, να εξελιχθεί γρήγορα και να μην ακολουθήσει την ίδια πορεία σε όλους τους ασθενείς.
Ο πυρετός, η δύσπνοια ή η νοητική σύγχυση μπορεί να αποτελούν μόνο την «κορυφή του παγόβουνου». Πίσω από μια παρόμοια κλινική εικόνα μπορεί να λειτουργούν διαφορετικοί βιολογικοί και ανοσολογικοί μηχανισμοί. Αυτό σημαίνει ότι δύο ασθενείς με φαινομενικά ίδια συμπτώματα δεν χρειάζονται κατ’ ανάγκη την ίδια θεραπευτική αντιμετώπιση.
Προσθέστε το iatronet.gr στο DiscoverΕιδήσεις υγείας σήμερα
Οι γιατροί του HHG κοντά στους κατοίκους της Κιμώλου
Γεωργιάδης για Καρυστιανού: Μπορεί να αποδείξει ότι ο έλεγχος στο ιατρείο της δεν βρήκε κάτι μεμπτό;
Σε Ελλάδα και Κύπρο η μεγαλύτερη διαθεσιμότητα μαστογραφικών μονάδων ανα 100.000 κατοίκους της Ε.Ε