Στα μέσα και προς το τέλος της ηλικίας των 40 ετών πολλές γυναίκες αρχίζουν και παρατηρούν αλλαγές στο σώμα τους, καθώς εισέρχονται στο στάδιο της περιεμμηνόπαυσης, στα χρόνια δηλαδή κατά τα οποία το σώμα μπαίνει στη μεταβατική φάση προς την εμμηνόπαυση. Οι αλλαγές αυτές συνεχίζουν ακόμα και μετά την εμμηνόπαυση- το σημείο δηλαδή στο οποίο ή ωορρηξία και η έμμηνος ρύση σταματούν οριστικά.

Όταν οι γυναίκες είναι νεότερες τείνουν να συσσωρεύουν τα παραπανίσια κιλά στους γοφούς και τους μηρούς, ένα μοτίβο το οποίο είναι ευρύτερα γνωστό ως γυναικοειδής κατανομή λίπους (σχήμα «αχλάδι»). Κατά τη διάρκεια, όμως, αλλά και μετά την εμμηνόπαυση οι ορμονικές αλλαγές που συντρέχουν έχουν ως αποτέλεσμα την συσσώρευση λίπους γύρω από την μέση και ιδιαίτερα στην κοιλιακή χώρα. Το φαινόμενο αυτό ονομάζεται ανδροειδής κατανομή λίπους (σχήμα «μήλο») και είναι χαρακτηριστικό των αντρών.

Αυτές οι μεταβολικές αλλαγές και η αλλαγή του σχήματος του σώματος έρχονται να προστεθούν στη νευρικότητα και τις εξάψεις που χαρακτηρίζουν την περίοδο αυτή. Η συσσώρευση λίπους στην περιφέρεια της μέσης δεν επηρεάζει μόνο την εμφάνιση της γυναίκας. Ουσιαστικά αποτελεί μεταβολικό κίνδυνο υγείας αφού έχει συσχετισθεί με αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακών συμβαμάτων, όπως αυξημένη αρτηριακή πίεση, έμφραγμα ή εγκεφαλικό. Αυτή η αλλαγή της κατανομής του λίπους, στην χρονική περίοδο της κλιμακτηρίου, πιθανότατα συμβάλλει στον αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο της γυναίκας μετά την εμμηνόπαυση. Επιπρόσθετα των αλλαγών της κατανομής λίπους οι μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες αντιμετωπίζουν το θέμα της συνολικής αύξησης του βάρους τους.

Η αρχή κάθε επιτυχημένης προσπάθειας βελτίωσης μιας κατάστασης είναι η μετάβαση από την περίοδο άρνησης του προβλήματος στην αποδοχή του. Το γυναικείο σώμα στην εμμηνόπαυση υφίσταται αλλαγές, όπως τη χρονική περίοδο της εφηβείας. Η γυναίκα οφείλει να παρατηρήσει και να αποδεχθεί τις αλλαγές αυτές για να φτάσει μέχρι το στάδιο που θα αποφασίσει να περάσει στη δράση για να τις αντιμετωπίσει.

Η αντιμετώπιση όλων των μεταβολικών θεμάτων της εμμηνόπαυσης απαιτεί οργάνωση, μακροπρόθεσμη στόχευση και ρεαλιστική στοχοποίηση. Η γυναίκα δεν μπορεί να αναμένει να επιτύχει την εικόνα και το σωματικό βάρος που είχε στα 20 της χρόνια, αλλά σίγουρα μπορεί να αποκτήσει έλεγχο της μετεμμηνοπαυσιακής μετάβασης και να μην αφήσει τα πράγματα να ξεφύγουν. Οι αλλαγές του τρόπου ζωής θα πρέπει να είναι τέτοιες που να μπορούν να ενσωματωθούν στην καθημερινότητά της. Ο γενικός κανόνας που θα πρέπει να γίνει το μότο της περιόδου είναι το: «τρώω λιγότερο και κινούμαι περισσότερο». Οι «παράδοξες δίαιτες» (τύπου Άτκινς, πάλαιο και κετογονική) που ωθούν τον οργανισμό στα άκρα και αποκλείουν ολόκληρες ομάδες τροφίμων δεν είναι η λύση, ενώ οι συνεχείς αυξομειώσεις του σωματικού βάρους καθιστούν δυσκολότερη την απώλεια βάρους σε μεσομακροπρόθεσμο ορίζοντα.

Συχνά στο κομμάτι της φυσικής δραστηριότητας παραβλέπονται οι ασκήσεις δύναμης. Οι γυναίκες αρχίζουν και παρουσιάζουν απώλεια μυϊκής μάζας μετά την εμμηνόπαυση και μόνο η υιοθέτηση ενός δραστήριου τρόπου ζωής μπορεί να «υπερασπιστεί» την μυϊκή μάζα. Η αύξηση, μέσω της άσκησης, της μυϊκής μάζας μπορεί να ενισχύσει τον βασικό μεταβολικό τους ρυθμό, την ενέργεια δηλαδή που χρειάζεται ο οργανισμός τους για να συνεχίσει να λειτουργεί ενώ δεν κινείται. Οι γυναίκες χρειάζονται ένα μείγμα ασκήσεων αντιστάσεων αλλά και αεροβικής και ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η άσκηση με ποδήλατο που θα πρέπει να διενεργείται τουλάχιστον 2 φορές την εβδομάδα.

Το στρες που βιώνει η γυναίκα στην εμμηνόπαυση αποτελεί ένα κεφάλαιο από μόνο του στην προσπάθεια για έλεγχο του σωματικού βάρους. Πολλές γυναίκες εμμηνοπαυσιακής ηλικίας έχουν στρεσογόνους παράγοντες στην καθημερινότητά τους οι οποίοι συνεισφέρουν στην αύξηση του σωματικού βάρους μέσω της αλλαγής που επιφέρουν στη διατροφική συμπεριφορά και στον τρόπο κατανομής του λίπους στο σώμα. Η κορτιζόλη, «η ορμόνη του στρες» ωθεί την παραγωγή λίπους της γυναίκας απευθείας στην κοιλιακή χώρα. Η φυσική δραστηριότητα και εναλλακτικές θεραπείες, όπως ο βελονισμός και ο διαλογισμός μπορούν να συνεπικουρήσουν στην αντιμετώπιση των στρεσογόνων καταστάσεων.

Τέλος, αν παρά την εφαρμογή όλων των παραπάνω η γυναίκα δυσκολεύεται να ελέγξει το σωματικό της βάρος, καλό θα ήταν να απευθυνθεί σε έναν επαγγελματία, ιδιαίτερα αν ο δείκτης μάζας σώματός της υπερβαίνει το 27 και το υπέρβαρο έχει αρχίσει να έχει μεταβολικές συνέπειες, να επηρεάζει δηλαδή συγκεκριμένους δείκτες των βιοχημικών εξετάσεών της ή να εμφανίζεται υπέρταση ή σακχαρώδης διαβήτης. Επίσης υποψήφιες για διαιτητική συμβουλευτική είναι και οι γυναίκες των οποίων ο δείκτης μάζας σώματος υπερβαίνει το 30, ακόμα και αν δεν έχουν εμφανιστεί μεταβολικές επιπλοκές.