Ασθενείς που πάσχουν από καρκίνο στο πάγκρεας και λαμβάνουν συνδυασμό 4 φαρμάκων χημειοθεραπείας φάνηκε να έχουν μέση επιβίωση αυξημένη κατά 60%, αναφέρουν Γάλλοι ερευνητές στο περιοδικό ‘NEJM’ .

Παρά τις πολλές παρενέργειες που είχαν να υποστούν οι ασθενείς οι ερευνητές αναφέρουν ότι η ποιότητα ζωής τους δεν επηρεάστηκε άσχημα.

Ο καρκίνος του παγκρέατος έχει εξαιρετικά μεγάλο ποσοστό θανάτου. Για αυτό το λόγο οι ασθενείς είναι περισσότερο πιθανό να θέλουν να υποστούν τις παρενέργειες της χημειοθεραπείας για να ζήσουν λίγους μήνες περισσότερο.

Από τους 43.000 ανθρώπους που διαγνώστηκαν με καρκίνο παγκρέατος στις ΗΠΑ, σε ένα χρόνο, 36.800 από αυτούς πέθαναν. Ο καρκίνος του παγκρέατος αντιπροσωπεύει μόνο το 2,5% των περιστατικών καρκίνου στην Αμερική αλλά είναι η τέταρτη κύρια αιτία θανάτου από καρκίνο.

Λιγότεροι από 6% των ασθενών επιζούν περισσότερο από 5 χρόνια μετά τη διάγνωση.

Ο Dr. Thierry Conroy, από το Πανεπιστήμιο Nancy και το κέντρο Alexis Vautrin, στη Γαλλία, πραγματοποίησε έρευνα φάσης III γνωστή ως PRODIGE 4/ACCORD 11, σε 342 ασθενείς με καρκίνο στο πάγκρεας. Οι μισοί έλαβαν αγωγή με FOLFIRINOX που αποτελείται από 4 φάρμακα (oxaliplatin, irinotecan, leucovorin και fluorouracil), ενώ οι υπόλοιποι αντιμετωπίστηκαν με gemcitabine, το φάρμακο πρώτης γραμμής που χρησιμοποιείται για τη θεραπεία του καρκίνου στο πάγκρεας.

Όλοι ήταν μικρότεροι από 76 ετών και έλαβαν την αγωγή για 6 μήνες.

Ο μέσος όρος επιβίωσης ήταν 6.8 μήνες στην ομάδα της gemcitabine. Μετά από 6 μήνες ποσοστό 66% ανέφερε σημαντική πτώση στην ποιότητα ζωής. Στην ομάδα του FOLFIRINOX η μέση επιβίωση αυξήθηκε σε 11,1 μήνες. Μετά από 9 μήνες ποσοστό 31% ανέφερε σημαντική μείωση στην ποιότητα ζωής.

Όσοι ακολούθησαν αγωγή με FOLFIRINOX εμφάνισαν σημαντικά περισσότερες παρενέργειες, περιλαμβανομένων της διάρροιας, της απώλειας βάρους, του μουδιάσματος στα χέρια και τα πόδια και πόνο. Ωστόσο οι ασθενείς αισθάνονταν ότι άξιζαν οι παρενέργειες και ότι δεν έβλαψαν σοβαρά την ποιότητα ζωής τους.

Οι ερευνητές σημειώνουν ότι η αγωγή με FOLFIRINOX θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο για ασθενείς ηλικίας μικρότερης των 75 ετών, λόγω της υψηλής τοξικότητας.