Το ΙΑΤΡΟΝΕΤ παρευρέθη τον Φεβρουάριο στο εργαστήρι της Ευρωπαϊκής επιτροπής για τη βιοοικονομία, που πραγματοποιήθηκε στις Βρυξέλλες. Το εργαστήρι έδωσε ενδιαφέροντα μαθήματα για την επιστήμη και την καινοτομία.

55 συμμετέχοντες, ερευνητές, αξιωματούχοι και δημοσιογράφοι από τις 27 χώρες μέλη της ΕΕ, έλαβαν μέρος στο εργαστήρι όπου σκοπό είχε τη βελτίωση της κατανόησης της βιοοικονομίας. Το γεγονός, με τίτλο ‘Επικοινωνόντας τη βιοοικονομία΄, σκόπευε να χτίσει γέφυρες μεταξύ της επιστημονικής κοινότητας, της έρευνας που χρηματοδοτείται από την ΕΕ, και τα ΜΜΕ.

Η βιοοικονομία, μια αναδυόμενη, πολύπλοκη έννοια, αγγίζει ευρεία οικονομικά και κοινωνικά θέματα, από την τροφή έως το ψάρεμα, τη βιομηχανία έως τη βιολογία και την έρευνα έως την υγεία και την ευεξία. Αξίζει τρισεκατομμύρια ευρώ ετησίως στην Ευρώπη και παρέχει περίπου 22 εκατ.

θέσεις εργασίας.

Ο Maive Rute, (Director for Food, Agriculture and Biotechnology in the Commission’s Directorate-General for Research and Innovation), δήλωσε ότι η βιοοικονομία βασίζεται σε βιολογικές ανανεώσιμες πρώτες ύλες από τη γεωργία τη δασοπονία και τους ωκεανούς.

Θεωρεί τη βιοοικονομία ως ευκαιρία. Η Ευρώπη και ο κόσμος αντιμετωπίζουν μεγάλες προκλήσεις, όπως έλλειψη τροφίμων, κλιματικές αλλαγές και φθίνουσες πηγές ενέργειας. Η βιοοικονομία δεν είναι πανάκεια, αλλά μπορεί να προσφέρει λύσεις στις προκλήσεις.

Το εργαστήρι περιέλαβε 2 παρουσιάσεις από 2 κορυφαίους ερευνητές.

Η Βρετανή επιστήμων τροφίμων και βιοχημικός, Rachel Edwards-Stuart, έδειξε πώς η έρευνα αλλάζει την κατανόηση και εκτίμηση της τροφής. Έδειξε ότι τώρα είναι πιθανό να μετρηθούν οι αντιλήψεις της γεύσης από τη στιγμή που βλέπουμε μια τροφή μέχρι τη μυρωδιά της, τη γεύση, την υφή, ακόμα και τον ήχο της.

Γνωρίζουμε τώρα περισσότερα από ποτέ, το πώς συνδέονται όλα τα διαφορετικά μηνύματα στον εγκέφαλο που μας λένε αν κάτι μας αρέσει και αν θα το ξαναφάμε.

Ο Dr Hellmut Münch, από το Medical Association for Enzyme Research (MEF), στη Γερμανία, περιέγραψε πώς προϊόντα νέων ενζύμων αλλάζουν την αγωγή για ρευματισμούς, διαβήτη, αυτοάνοσες νόσους και καρκίνο. Οτιδήποτε κάνουμε ελέγχεται από κυτταρικά και εξτρα-κυτταρικά ένζυμα, δήλωσε.

Χωρίς τα ένζυμα η γη θα ήταν άγονη, όπως το φεγγάρι, ένας πεθαμένος πλανήτης.

Παρουσίαση Dr Hellmut Münch

Πρωτεολυτικά ένζυμα-Σημαντικά ανοσοενισχυτικά για δυνατό ανοσοποιητικό

Στο ανθρώπινο σώμα υπάρχουν περίπου 5.000 διαφορετικά ένζυμα που χωρίζονται σε 6 κατηγορίες, σύμφωνα με την Enzyme commission.

Τα ένζυμα είναι βιοκαταλύτες ζωντανών οργανισμών που επιταχύνουν τις βιολογικές αντιδράσεις και καθιστούν δυνατή τη ζωή.Οι σύγχρονοι ερευνητές εστίασαν ιδιαίτερα στην ομάδα υδρολασών για την πρόληψη και αντιμετώπιση των ρευματικών, του καρκίνου ή του διαβήτη.

Η έρευνά τους αποτέλεσε τη βάση για μια νέα μορφή αγωγής χρησιμοποιείται σε περισσότερους από 2 εκατομμύρια ασθενείς στη Γερμανία κάθε χρόνο.

Τα πρωτεολυτικά ένζυμα έχουν αποδειχτεί επιτυχή στην προφύλαξη και αγωγή χρόνιων και οξέων φλεγμονωδών νόσων.

Ιδιαίτερα, ασθενείς με ρευματικές νόσους ανέφεραν μείωση του πόνου, βελτιωμένη κινητικότητα των συνδέσμων και αύξηση της ποιότητας ζωής μετά από αγωγή με πρωτεολυτικά ένζυμα.

Για πολύ καιρό ήταν άγνωστος ο ακριβής τρόπος δράσης των ενζύμων. Εικαζόταν ότι άμεσες καταλυτικές επιδράσεις του ενεργού κέντρου του ενζύμου μετά την απορρόφηση από την εντερική οδό στο κυκλοφορικό οδήγησε στα θεραπευτικά αποτελέσματα.

Τα συγκεκριμένα αποτελέσματα είχαν ήδη περιγραφεί για τη βρομελίνη στην τραυματολογία όπου τα οιδήματα θεραπεύονται πιο γρήγορα σε οξεία φλεγμονή. Αυτό οφείλεται στην ενεργοποίηση του MPS από τις πρωτεάσες, διαχωρισμό κομματιών του κυττάρου και πρωτεϊνών, όπως για παράδειγμα οι αλμπουμινες.

Ωστόσο, ο μηχανισμός μόνος δεν παρείχε εξήγηση για άλλες θετικές θεραπευτικές επιδράσεις που έχουν καταγραφεί όσον αφορά την αντιμετώπιση χρόνιων φλεγμονοδών νόσων, αυτοάνοσων νόσων και του καρκίνου.

Στα μέσα του 1990 η έρευνα δεν εστίασε μόνο στα μόρια του ενζύμου αλλά και στα μόρια μεταφοράς τους α-1antitrypsin, α-2-macroglobulin, που επικολλώνται άμεσα στις πρωτεάσες μετά από πετυχημένη απορρόφηση. Ο δεσμός αλλάζει τη δομή όλων των μορίων μεταφοράς, συγκεκριμένα αυτού του α-2-macroglobulin που αλλάζει από την ‘αργή μορφή’ στη ‘γρήγορη’.

Μέχρι τώρα υπάρχει ορμητική αλλαγή στη συμπεριφορά δεσίματος της κυτοκίνης, που απελευθερώνεται πέραν της φυσιολογικής διάστασης.

Στην ‘αργή μορφή’ ένα μόριο μεταφοράς μπορεί αναστρέψιμα να επικολληθεί σε 2 κυτοκίνες. Στην ενεργή ‘γρήγορη μορφή’ μπορεί αμετάκλητα να επικολλάται μέχρι σε 5 κυτοκίνες και να τις απομακρύνει από το κυκλοφορικό μακροπρόθεσμα.

Έχοντας φτάσει σε αυτά τα επιστημονικά ευρήματα ήταν δυνατό να εξηγηθούν πολλές από τις εμπειρικά παρατηρηθείσες επιδράσεις πρωτεολυτικών ενζύμων με βάση μια διαμόρφωση της συγκέντρωσης κυτοκίνης.

Στοχευμένη μείωση στην κυτοκίνη TGF-b είναι ιδιαίτερα σημαντική επειδή οι υπερβάλλουσες συγκεντρώσεις εμπλέκονται στην ανάπτυξη διαφόρων παθολογικών διαδικασιών.

Μια μείωση λόγω ενζύμων έχει θετική επίδραση στο προσδόκιμο επιβίωσης και την ποιότητα ιδιαίτερα για καρκινοπαθείς με μέχρι 400 φορές μετρήσιμη συγκέντρωση της ανοσοκαταστολικής κυτοκίνηςTGF-b.

Για παράδειγμα, σε έρευνα 120 γυναικών που είχαν πρόσφατα χειρουργηθεί, με καρκίνο τραχήλου συγκρίθηκε η ανοχή της ακτινοθεραπείας με και χωρίς επιπλέον αγωγή με ένζυμα.

Ιδιαίτερα μετά την τρίτη εβδομάδα οι ασθενείς στην ομάδα που αντιμετωπίστηκε υπέφεραν σημαντικά λιγότερες παρενέργειες που ακολουθούν συνήθως την ακτινοθεραπεία όπως οξεία φλεγμονή των βλεννογόνων του κόλπου και των εντέρων, εκζέματα, οιδήματα και διάρροια.

Το 1998 σε περαιτέρω έρευνα που αποτελείτο από 2 ομάδες 30 ασθενών με καρκίνο παχέος εντέρου, ο Popiela μπόρεσε να επιβεβαιώσει τη θετική επιρροή της θεραπείας με ένζυμα στο ολικό σκορ όλων των παρενεργειών σε σύγκριση με την ομάδα που αντιμετωπίστηκε με εικονικό φάρμακο.

Οι ασθενείς που αντιμετωπίστηκαν με ένζυμα ωφελήθηκαν επίσης όσον αφορά το διάστημα επιβίωσης σε σύγκριση με όσους έλαβαν τη συνήθη θεραπεία μόνο.

Στη δεκαετία του 1990 Ο Βιεννέζος ογκολόγος Rokitansky μελέτησε το μακροπρόθεσμο ποσοστό επιβίωσης 193 ασθενών με καρκίνο μαστού. Ανακάλυψε ότι το 76,5% της ομάδας ασθενών που αντιμετωπίστηκαν με ένζυμα ήταν ακόμα εν ζωή μετά από 10 χρόνια, σε σύγκριση με μόνο 50% της ομάδας ελέγχου.

Αυτά τα πρώτα θετικά αποτελέσματα ταυτόχρονης θεραπείας με ένζυμα στην ογκολογία οδήγησε σε άλλες έρευνες. Για παράδειγμα, το 2001, ο Beuth συνέκρινε 239 ασθενείς με καρκίνο μαστού που έλαβαν ένζυμα με 410 γυναίκες που δεν είχαν και τα αποτελέσματα ήταν συγκριτικά θετικά με αυτά που ο Rokitansky έλαβε 10 χρόνια πριν.

Ως τώρα υπάρχουν έρευνες που επιβεβαιώνουν την επάρκεια της ταυτόχρονης θεραπείας με ένζυμα στην ογκολογία.

Αντιμετωπίζω περίπου 400 καρκινοπαθείς, από τους οποίους οι 300 έχουν υποβληθεί σε όλες τις ογκολογικές θεραπευτικές επιλογές. Συχνά ήμουν μάρτυρας περίφημων ποσοστών επιβίωσης και ορισμένες φορές σε συνδυασμό με υψηλή ποιότητα ζωής σχεδιάζοντας εξατομικευμένα ολιστικά προγράμματα με διατροφικές αλλαγές, αποτοξίνωση, μικροβιολογική θεραπεία, στοχευμένη χρήση μικροθρεπτικών και ενζύμων.

Κατά τη γνώμη μου η συνδυαστική θεραπεία ενζύμων αποτελεί σημαντικό στοιχείο σε σημαντικό ανοσοενισχυτικό ογκολογικό πρόγραμμα.

Ειδήσεις υγείας σήμερα
Θεσσαλονίκη: Δώρα ζωής από 64χρονο στο "Γ. Παπανικολάου"
Κακοκαιρία και αρθρώσεις: Υπάρχει σχέση;
Πώς να ξεχωρίζουμε τις fake δίαιτες της μόδας