Ερευνητές στη Βρετανία εντόπισαν δέκα πρωτεΐνες στο αίμα που προβλέπουν την άνοια με ακρίβεια 87%. Οι συγγραφείς της νέας μελέτης, η οποία δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Alzheimer's & Dementia, ισχυρίζονται ότι η εργασία τους είναι ένα «σημαντικό βήμα προς τα εμπρός» στην αναζήτηση μιας εξέτασης αίματος που θα προβλέπει τη νόσο Αλτσχάιμερ.

Η ικανότητα πρόβλεψης της εμφάνισης άνοιας έγκαιρα και με μεγαλύτερη ακρίβεια προφανώς θα είναι επωφελής για τους ασθενείς, προσφέροντάς τους την ευκαιρία για αποτελεσματική θεραπεία. Επίσης θα είναι ένα μεγάλο “δώρο” στην έρευνα κατά της νόσου.

Την τελευταία δεκαετία ένα τεράστιο ποσοστό, που αγγίζει το 99,6%, των μελετών με φάρμακα κατά της νόσου Αλτσχάιμερ έχουν αποτύχει. Οι επιστήμονες πιστεύουν ότι το γεγονός οφείλεται στο ότι «το Αλτσχάιμερ αρχίζει να επηρεάζει τον εγκέφαλο πολλά χρόνια πριν διαγνωστούν οι ασθενείς (και) πολλές από τις δοκιμές φαρμάκων αποτυγχάνουν επειδή όταν δίνονται τα φάρμακα στους ασθενείς ο εγκέφαλος έχει ήδη πληγεί πολύ σοβαρά», όπως εξήγησε ο Simon Lovestone, συγγραφέας της μελέτης και ερευνητής στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.

«Μια απλή εξέταση αίματος θα μπορούσε να μας βοηθήσει να εντοπίσουμε τους ασθενείς σε πολύ πιο αρχικό στάδιο ώστε να λάβουν μέρος σε νέες δοκιμές και, καλώς ερχόντων των πραγμάτων, να αναπτύξουμε θεραπείες», πρόσθεσε ο Lovestone.

Αν και πολλά υποσχόμενο, οι ερευνητές προειδοποίησαν ότι οποιοδήποτε αιματολογικό τεστ για τη διάγνωση της νόσου σε αρχικό στάδιο είναι απίθανο να προσφέρει πλήρη βεβαιότητα στους γιατρούς, αλλά και να χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά για τη διάγνωση. Αντίθετα θα μπορούσε να αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης σειράς διαγνωστικών τεχνικών. Ένα θετικό τεστ θα πρέπει να επιβεβαιωθεί με απεικόνιση του εγκεφάλου και έλεγχο του εγκεφαλονωτιαίου υγρού.
Παρόλα αυτά, ο Δρ Eric Karran, διευθυντής έρευνας στο Ερευνητικό Αλτσχάιμερ του Ηνωμένου Βασιλείου, τονίζει ότι η μελέτη είναι ένα βήμα προς την κατεύθυνση να καταστεί η νόσος Αλτσχάιμερ ανατρέψιμη.

Και προσθέτει ότι το τεστ θα αποτελέσει ένα καλύτερο μέσο εντοπισμού των ατόμων που θα αναπτύξουν τη νόσο του Alzheimer, των ατόμων που θα μπορούν να εισαχθούν νωρίτερα σε κλινικές δοκιμές, το οποίο θα αύξανε τις πιθανότητες να υπάρξουν φάρμακα κατά της ασθένειας και ως εκ τούτου θεραπεία.