Ερευνητές ανακάλυψαν ότι απεικονιστικές εξετάσεις εγκεφάλου μπορούν να προβλέψουν ποιος ασθενής με ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή ανταποκρίνεται καλύτερα σε συγκεκριμένη θεραπεία, μακροπρόθεσμα.

Μια από τις πιο συνήθεις και αποτελεσματικές θεραπείες είναι η γνωσιακή -συμπεριφοριστική θεραπεία. Ωστόσο, δεν ωφελούνται από αυτήν όλοι οι πάσχοντες από ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή μακροπρόθεσμα. Υπολογίζεται ότι στο 20% των ασθενών τα συμπτώματα επιστρέφουν μετά το τέλος της θεραπείας.

Η νέα έρευνα υποδεικνύει ότι συγκεκριμένη λεπτομέρεια από την απεικονιστική εξέταση εγκεφάλου των ασθενών θα μπορούσε να βοηθήσει τους ειδικούς να εντοπίσουν ποιοι άνθρωποι είναι πιο πιθανό να υποτροπιάσουν μετά τη γνωσιακή-συμπεριφοριστική θεραπεία και γιατί.

Ο Jamie Feusner, του University of California, στο Λος Άντζελες, δήλωσε ότι η αποτελεσματικότητα της συνδεσιμότητας του εγκεφαλικού δικτύου πριν την αγωγή προβλέπει την επιδείνωση των συμπτωμάτων μετά την αγωγή.

Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν λειτουργική μαγνητική τομογραφία για να μελετήσουν τον εγκέφαλο 17 ανθρώπων, ηλικίας 21 έως 50 ετών με ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή.

Οι ερευνητές ανακάλυψαν ότι άνθρωποι που είχαν πιο αποτελεσματική συνδεσιμότητα στον εγκέφαλο πριν αρχίσουν την αγωγή είχαν χειρότερο μακροπρόθεσμο αποτέλεσμα μετά τη γνωσιακή- συμπεριφοριστική θεραπεία.

Οι ερευνητές δήλωσαν ότι η γνώση περισσότερων στοιχείων για το ποιοι ασθενείς μπορεί ενδεχομένως να μην έχουν καλή εικόνα μακροπρόθεσμα θα μπορούσε δυνητικά να βοηθήσει τους γιατρούς και τους ασθενείς να επιλέξουν την καλύτερη αγωγή.

Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ‘’Frontiers in Psychiatry.’’

 

Πηγές: ‘’Frontiers in Psychiatry.’’