Η μελέτη εμφανίζεται στο περιοδικό Infection and Immunity και διεξάγεται από ερευνητές στο Boston University School of Medicine (BUSM).
Η πνευμονία, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, είναι η κύρια μολυσματική αιτία θανάτου σε παιδιά σε όλο τον κόσμο, στοιχίζοντας μόνο το 2013 σε πάνω από 900.000 ζωές παιδιών ηλικίας κάτω των 5 ετών. Η πνευμονία, τόσο στα παιδιά όσο και στους ενήλικες, συχνά συνδέεται με τη σηψαιμία, η οποία είναι η αυτογενής φλεγμονώδης αντίδραση του σώματος στη μόλυνση.

Προκειμένου να διαμορφωθεί το κοινό κλινικό σενάριο της σηψαιμίας που ακολουθείται από πνευμονία, τα μοντέλα υποβλήθηκαν σε συστηματική επεξεργασία με ένα βακτηριακό προϊόν (που προκαλούσε απόκριση παρόμοια με της σηψαιμίας) ακολουθούμενη κάποιες ώρες αργότερα από μια ζωντανή βακτηριακή πρόκληση στους πνεύμονες. Μία ομάδα είχε εντελώς φυσιολογικό ήπαρ και η άλλη στερείτο ενός γονιδίου στο ήπαρ με αποτέλεσμα την όχι μέγιστη ενεργοποίηση του συκωτιού. Βρέθηκε ότι η ομάδα που στερείτο την πλήρη απόκριση του ήπατος ήταν πιο πιθανό να υποκύψει σε πνευμονία, εμφανίζοντας σημαντικά μειωμένη ανοσολογική απόκριση τόσο στους πνεύμονες όσο και στο αίμα, όπου επέζησαν περισσότερα βακτήρια.

Σύμφωνα με τους ερευνητές υπάρχει μια εδραιωμένη σύνδεση μεταξύ της πνευμονίας και της σηψαιμίας, τέτοια που η μια αυξάνει την πιθανότητα της άλλης. Και οι δύο ενεργοποιούν επίσης το συκώτι για να ξεκινήσει αυτό που είναι γνωστό ως απόκριση οξείας φάσης, γεγονός που οδηγεί στην παραγωγή πρωτεϊνών οξείας φάσης από το ήπαρ οι οποίες αλλάζουν στο αίμα. «Αυτές οι πρωτεΐνες χρησιμοποιούνται συχνά ως κλινικοί βιοδείκτες, αλλά η συνδυασμένη βιολογική σημασία τους είναι ως επί το πλείστων θεωρητική. Ωστόσο, τα αποτελέσματα αυτής της μελέτης δείχνουν άμεσα ότι η ενεργοποίηση του ήπατος είναι απαραίτητη για τη διατήρηση επαρκών ανοσολογικών αντιδράσεων στους πνεύμονες», εξήγησε ο συγγραφέας Lee J. Quinton, PhD, αναπληρωτής καθηγητής της ιατρικής και της παθολογίας στο BUSM.

Ενώ μπορεί να είναι πολύ νωρίς για να προβούμε σε εικασίες σχετικά με τις εφαρμογές των ευρημάτων αυτών, οι συγγραφείς πιστεύουν ότι η δραστηριότητα του συκωτιού μπορεί να χρησιμεύσει ιδιαίτερα στην άμυνα και ευπάθεια στην πνευμονία. «Η καλύτερη κατανόηση του πώς αυτά τα διαφορετικά όργανα συνεργάζονται για να ανταποκριθούν ανοσοποιητικά έχει σημαντικές κλινικές επιπτώσεις για τους ασθενείς με ή σε κίνδυνο για πνευμονία και σηψαιμία. Η ιδέα ότι μη πνευμονικός ιστός θα μπορούσε να στοχευτεί για θεραπεία πνευμονολογικών ασθενειών είναι συναρπαστικό», πρόσθεσε ο Quinton.

Πηγές:
Boston University School of Medicine