Της Σοφίας Νέτα

Τον κώδωνα του κινδύνου για την παιδική παχυσαρκία στη χώρα μας κρούουν οι ειδικοί, καθώς ενώ το 2003 το ποσοστό των υπέρβαρων και παχύσαρκων μαθητών της Β’ και Γ’ Δημοτικού έφθανε το 33%, σήμερα αγγίζει το 40%! Σήμερα, περισσότερα από το ¼ (ποσοστό 26,5%) των αγοριών και των κοριτσιών είναι υπέρβαρα ενώ περίπου 1 στα 8 αγόρια και κορίτσια αυτής της ηλικίας είναι παχύσαρκα.

Στο απογοητευτικό όσο και ανησυχητικό αυτό συμπέρασμα οδηγεί έρευνα που πραγματοποίησε το Τμήμα Επιστήμης Διαιτολογίας - Διατροφής του Χαροκόπειου Πανεπιστημίου και η Διεύθυνση Μαζικού Αθλητισμού της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού σε παιδιά 7-8 ετών για την πενταετία 2003-2007.

Η έρευνα συμπεριέλαβε σχεδόν το σύνολο των μαθητών της Β’ Δημοτικού για τα έτη 2003 και 2004, όπως και αυτό των μαθητών της Γ’ Δημοτικού για τα έτη 2005, 2006 και 2007.

Αυτό τόνισαν σε συνέντευξη τύπου ο Πρόεδρος του Πανελληνίου Συλλόγου Διαιτολόγων και Διατροφολόγων Χαράλαμπος Γεωργακάκης και η Ειδική Γραμματέας του Συλλόγου Βίκυ Πυρογιάννη με αφορμή το 9ο Πανελλήνιο Συνέδριο Διατροφής - Διαιτολογίας που θα πραγματοποιηθεί 7-9 Δεκεμβρίου στην Αθήνα (ξενοδοχείο Divani Caravel).

Οι ομιλητές αναφέρθηκαν και σε δύο άλλες μελέτες που πραγματοποίησε πρόσφατα ο Πανελλήνιος Σύλλογος, οι οποίες δείχνουν ότι θα πρέπει να γίνουν πολλά βήματα προκειμένου να αλλάξουν οι διατροφικές συνήθειες του Έλληνα και να υιοθετηθεί ένας υγιεινότερος τρόπος διατροφής.

Αναφερόμενος στην πρόσφατη μελέτη για την παχυσαρκία στον μαθητικό πληθυσμό ο κ. Γεωργακάκης τόνισε ότι εξετάσθηκαν περίπου 65.000 αγόρια και κορίτσια Β’ Δημοτικού για τα έτη 2003 και 2004, καθώς και περίπου 68.000 αγόρια και κορίτσια Γ’ Δημοτικού για τα έτη 2005, 2006 και 2007.

Η έρευνα κατέγραψε τα σωματομετρικά δεδομένα των παιδιών αυτών (ύψος και βάρος) και υπολόγισε τον δείκτη μάζας σώματος για όλα τα παιδιά. Για τον υπολογισμό των υπέρβαρων και παχύσαρκων παιδιών χρησιμοποιήθηκαν τα όρια που προτείνει για τις ηλικίες αυτές το International Obesity Task Force.

Ο κ. Γεωργακάκης τόνισε ότι το 9ο Πανελλήνιο Συνέδριο Διατροφής – Διαιτολογίας θα αποτελέσει forum για την συζήτηση όλων των επίκαιρων και ‘καυτών’ θεμάτων διατροφής – διαιτολογίας, όπως είναι η διατροφογενετική, η διατροφή και αθλητική απόδοση, η χειρουργική της παχυσαρκίας, τα συμπληρώματα διατροφής κλπ.

Από την πλευρά της η κα Πυρογιάννη αναφέρθηκε σε δύο μελέτες που πραγματοποίησε ο Σύλλογος τα τελευταία χρόνια και οι οποίες αφορούσαν, αφενός την διατροφική συμπεριφορά των Ελλήνων και αφετέρου τις γνώσεις των συμπατριωτών μας σχετικά με τα όσα αναγράφονται στις ετικέτες συσκευασίας των τροφίμων.

Κάθε μια από τις δύο μελέτες συμπεριέλαβε δείγμα 400-500 ατόμων και τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά.

Μελέτη διατροφικής συμπεριφοράς

Όσες περισσότερες φορές έχει επισκεφθεί κάποιος ινστιτούτα αδυνατίσματος ή έχει πάρει χάπια αδυνατίσματος τόσο μεγαλύτερη αυξομείωση βάρους έχει. Συγκεκριμένα το 73,7% των παχύσαρκων έχει επισκεφθεί τουλάχιστον 2 φορές κέντρα αδυνατίσματος, έναντι μόλις του 14,3% των ατόμων με φυσιολογικό βάρος.

Επίσης το 65,8% των παχύσαρκων έχει τουλάχιστον 1 φορά δοκιμάσει να αδυνατίσει με χάπια αδυνατίσματος έναντι μόλις 10,8% των ατόμων με φυσιολογικό βάρος.

Άτομα με μεγάλο ιστορικό αυξομείωσης βάρους έχουν υψηλότερο ΒΜΙ από άτομα με μικρότερο ιστορικό αυξομείωσης βάρους. Συγκεκριμένα το 61,5% των παχύσαρκων είναι άτομα με έντονη αυξομείωση βάρους, έναντι μόλις του 1,3% των ατόμων με φυσιολογικό βάρος.

Άτομα που επηρεάζονται από προσφορές (πατάτες και αναψυκτικό δώρο ή στις 2 πίτσες η μία δώρο κα) έχουν υψηλότερο ΒΜΙ από τα άτομα που δεν επηρεάζονται. Περίπου 1 στους 2 παχύσαρκους (47%) παρασύρεται από τις προσφορές στα εστιατόρια, κάτι που δεν συμβαίνει μεταξύ των ατόμων με φυσιολογικό βάρος (12,9%).

Άτομα που ψωνίζουν από το σούπερμαρκετ τρόφιμα που δεν χρειάζονται έχουν υψηλότερο ΒΜΙ από τα άτομα που δεν επηρεάζονται (48,6% των παχύσαρκων, έναντι 24,7% των ατόμων με φυσιολογικό βάρος).

Το 75,1% των παχύσαρκων αδειάζει το πιάτο του ακόμα και αν έχει χορτάσει με μικρότερη ποσότητα, έναντι 27,1% των ατόμων με φυσιολογικό βάρος.

Άτομα που επηρεάζονται από τη γεύση, την όσφρηση και την όψη της τροφής έχουν υψηλότερο ΒΜΙ από τα άτομα που δεν επηρεάζονται.

Η διάρκεια του γεύματος σχετίζεται με την παχυσαρκία. Περίπου 1 στους 2 παχύσαρκους τελειώνει το κύριο γεύμα του σε λιγότερο από 10 λεπτά, έναντι μόλις 1 στους 5 περίπου από τα άτομα με φυσιολογικό βάρος.

Ο αριθμός των γευμάτων επηρεάζει το ΒΜΙ. Συγκεκριμένα το 35,1% των παχύσαρκων τρώει μόλις 1 κύριο γεύμα την ημέρα, έναντι 8,2% των ατόμων με φυσιολογικό βάρος. Στην Ελληνική περιφέρεια ο αριθμός των κυρίων γευμάτων είναι μεγαλύτερος από ότι στην Αθήνα.

(2,7 κυρίως γεύματα/μέρα έναντι 1,9 γευμ/μέρα).

Εντυπωσιακά είναι τα αποτελέσματα και της δεύτερης μελέτης, είπε η κα Πυρογιάννη, η οποία μελέτησε τις γνώσεις του καταναλωτικού κοινού σχετικά με τις ετικέτες τροφίμων. Έτσι μετά από την ανάλυση των ερωτηματολογίων προέκυψαν τα ακόλουθα συμπεράσματα:

27,7% του δείγματος είχε ελλιπείς γνώσεις, ενώ επιπλέον 40,5% των ατόμων που ερωτήθηκαν είχαν μέτριες γνώσεις και μόνο το 31,8% είχε καλύτερη εκτίμηση των πληροφοριών που παρέχονται από τις ετικέτες.

Η κύρια πηγή ενημέρωσης του καταναλωτικού κοινού είναι τα ΜΜΕ (42,7%), ενώ ένα εξίσου σημαντικό ποσοστό (41,6%) λαμβάνει τις πληροφορίες του από επιστήμονες όλων των επαγγελμάτων υγείας.

Οι ενήλικες ηλικίας 35-54 ετών έχουν καλύτερες γνώσεις σε σχέση με τις λοιπές ηλικιακές ομάδες. Αυτό πιθανόν οφείλεται στο γεγονός ότι η συγκεκριμένη ηλικιακή ομάδα είναι πιο ευαισθητοποιημένη σε θέματα διατροφής, σε σχέση με τις νεαρότερες και μεγαλύτερες ηλικίες.

Οι κάτοικοι των μεγάλων πόλεων εμφανίζονται να αντιλαμβάνονται καλύτερα τις πληροφορίες που δίνονται στις ετικέτες, σε σχέση με τους κατοίκους χωριών και νήσων. Επιπλέον, οι απόφοιτοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης είναι καλύτερα πληροφορημένοι, σε σχέση με τους αποφοίτους δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

Όπως είναι αναμενόμενο, οι καταναλωτές που διαβάζουν συχνά/ πάντα τις ετικέτες τροφίμων είναι και οι καλύτερα ενημερωμένοι καταναλωτές και έχουν σαφώς καλύτερη γνώση όσον αφορά στις ετικέτες τροφίμων.

Μόνο το 54% των καταναλωτών γνωρίζει ότι το θρεπτικό συστατικό που πρέπει να αναζητούν στην ετικέτα του τροφίμου προκειμένου το τρόφιμο να μην επηρεάζει τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα τους είναι οι υδατάνθρακες.

Αντίθετα, σε ποσοστό περίπου 82% οι ερωτηθέντες γνωρίζουν ότι τα κορεσμένα λιπαρά είναι αυτά που σχετίζονται περισσότερο με την υγεία της καρδιάς και των αγγείων.

Εξίσου εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι 43% του δείγματος δεν γνωρίζει ότι οι υπερτασικοί ασθενείς πρέπει να ελέγχουν τις ετικέτες των τροφίμων, ώστε να περιορίζουν την πρόσληψη νατρίου. Επιπλέον, όταν δόθηκε η περιεκτικότητα ενός τροφίμου σε νάτριο και ζητήθηκε να εκτιμήσουν την ποσότητα του νατρίου στο τρόφιμο, μόνο το 16% μπόρεσε να ταξινομήσει το προϊόν σωστά ως υψηλής περιεκτικότητας σε νάτριο και αλάτι.

Αντίθετα, οι γνώσεις σχετικά με την πρόσληψη ασβεστίου και φυτικών ινών είναι πολύ καλές, πιθανόν λόγω της γενικής εκστρατείας ενημέρωσης σχετικά με την οστεοπόρωση και την αξία των φυτικών ινών.

Τέλος, είναι δυστυχώς αποθαρρυντικό το γεγονός ότι περίπου 1 στους 3 καταναλωτές δεν φαίνεται να μπορεί να εκτιμήσει τις θερμίδες που θα προσλάβει από την κατανάλωση ενός ποτηριού γάλακτος, όταν διαβάζει την ετικέτα του γάλακτος που αναφέρεται στα 100ml.

Τα αποτελέσματα όλων αυτών των μελετών, επεσήμαναν οι ομιλητές, δείχνουν ότι η διατήρηση του βάρους μπορεί να γίνει μόνο με σταδιακή αλλαγή του τρόπου ζωής και όχι με βραχυπρόθεσμες πρακτικές που υπόσχονται εύκολη απώλεια βάρους.

‘Κλειδί’ στην όλη προσπάθεια είναι η ύπαρξη ποικιλίας στο καθημερινό διαιτολόγιο, με τροφές και από τις πέντε βασικές κατηγορίες (δημητριακά, φρούτα, λαχανικά, γαλακτοκομικά, κρέας και ψάρι). Επιπλέον θα πρέπει :

  • Να υπάρχουν τακτικά γεύματα κατά της διάρκεια της ημέρας, συμπεριλαμβάνοντας το πρωινό
  • Τα φρούτα και τα λαχανικά να αποτελούν σημαντικό μέρος της συνολικής ημερήσιας πρόσληψης
  • Τα δημητριακά (κατά προτίμηση τα ολικής άλεσης), όπως το ψωμί, το ρύζι, τα ζυμαρικά, τα δημητριακά πρωινού να αποτελούν το 1/3 της συνολικής ημερήσιας κατανάλωσης
  • Το κόκκινο κρέας να καταναλώνεται έως 2 φορές εβδομαδιαίως
  • Να αποφεύγεται η κατανάλωση τροφίμων ιδιαίτερα πλούσιων σε λίπος και ζάχαρη. Όσον αφορά τα γαλακτοκομικά, να προτιμώνται τα ημιαποβουτυρωμένα.