Η αγωγή με χημειοθεραπεία που χορηγείται σε έγκυες μπορεί ενδεχομένως να επηρεάσει αρνητικά τη γονιμότητα του θηλυκού εμβρύου στην ενήλικο ζωή, αναφέρει νέα έρευνα.

Τα ευρήματα έδειξαν ότι φάρμακο που ονομάζεται ετοποσίδη μπορεί να βλάψει την ανάπτυξη ωοθηκικού ιστού σε μελέτες που έγιναν σε ποντικούς στο εργαστήριο.

Το φάρμακο χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση αρκετών ειδών καρκίνου και θεωρείται ασφαλές για χρήση στην εγκυμοσύνη, επειδή έχει χαμηλό κίνδυνο αποβολής και γενετικών ελαττωμάτων.

Ωστόσο, λίγα είναι γνωστά για τη μακροπρόθεσμη επίδραση του φαρμάκου στο αγέννητο μωρό αργότερα, δήλωσαν οι ερευνητές.
Το φάρμακο φάνηκε πως επηρεάζει εξειδικευμένα κύτταρα, (γεννητικά κύτταρα) που δίνουν ώθηση στα ωάρια.

Η διάρκεια των αναπαραγωγικών χρόνων καθορίζεται πριν τη γέννηση, ενώ οι ωοθήκες αναπτύσσονται στη μήτρα.
Το δεύτερο και τρίτο τρίμηνο είναι ιδιαίτερα σημαντικά, καθώς τότε τα θηλυκά γεννητικά κύτταρα δημιουργούν δομές, τα θυλάκια, που καθορίζουν πόσα ωάρια θα μπορεί να απελευθερώσει η γυναίκα στη ζωή της.

Η ανάπτυξη αυτών των κυττάρων αρχίζει περίπου στις 17 εβδομάδες, στη μήτρα, κατά την ανάπτυξη του εμβρύου, και δεν ολοκληρώνεται μέχρι τα κατοπινά στάδια της κύησης.

Η έρευνα αποκάλυψε ότι η αγωγή πριν την ανάπτυξη των θυλακίων εξαφάνισε μέχρι το 90% των γεννητικών κυττάρων, ακόμα και σε δόσεις χαμηλές έναντι αυτών που χορηγούνται στους ασθενείς.

Αγωγή μετά την ανάπτυξη των θυλακίων δεν έδειξε σημαντικές παρενέργειες.
Η ερευνήτρια Norah Spears, του University of Edinburgh, δήλωσε ότι αν τα ευρήματα που προέκυψαν από αυτές τις έρευνες σε ποντικούς αναπαραχθούν στον ανθρώπινο ιστό, αυτό θα μπορούσε να σημαίνει ότι κορίτσια μητέρων που λαμβάνουν ετοποσίδη στην εγκυμοσύνη ενδεχομένως θα έχουν μειωμένη γονιμότητα.

Οι ερευνητές προειδοποιούν ότι τα θηλυκά μωρά, μελλοντικά μπορεί ενδεχομένως να μπουν σε πρόωρη εμμηνόπαυση.

Η έρευνα παρουσιάστηκε στο περιοδικό BMC Cancer.

 

Πηγές:
BMC Cancer.