Της Σοφίας Νέτα

Μεγάλη κλινική μελέτη που συμπεριέλαβε σχεδόν 70.000 γυναίκες, ηλικίας 18-45 ετών, από τέσσερις Σκανδιναβικές χώρες, αποκαλύπτει ότι τουλάχιστον σε μία στις δέκα γυναίκες έχει καταγραφεί τουλάχιστον ένα επεισόδιο κλινικά διαγνωσμένων γεννητικών κονδυλωμάτων.

Η αναλογία ήταν 9,5% στη Νορβηγία, 10,1%, στη Δανία, 11,3% στη Σουηδία και 12% στην Ισλανδία. Τα αποτελέσματα τα οποία έχουν δημοσιευθεί στο περιοδικό’ Infectious Diseases’ επίσης δείχνουν μία αυξανόμενη συχνότητα των γεννητικών κονδυλωμάτων σε νεαρές γυναίκες.

Αυτή είναι η μεγαλύτερη μελέτη εκτίμησης της συχνότητας των γεννητικών κονδυλωμάτων. Σε αντίθεση με την πλειοψηφία των προηγούμενων μελετών οι οποίες ήταν βασισμένες σε επιλεγμένους πληθυσμούς, η μελέτη αυτή διεξήχθη σε εθνικό επίπεδο και διερεύνησε τυχαία δείγματα από τον γενικό πληθυσμό.

Συνεπώς, τα αποτελέσματα θα μπορούσαν να παρέχουν μία εκτίμηση για τη συχνότητα των γεννητικών κονδυλωμάτων στο γενικό πληθυσμό στην Ευρώπη.

Τα γεννητικά κονδυλώματα είναι πολύ συχνά στις γυναίκες και εκδηλώνονται σε νεαρές ηλικίες στις Σκανδιναβικές χώρες. Δεν υπάρχει κάποια αιτία ώστε να πιστεύει κάποιος ότι συμβαίνει κάτι διαφορετικό σε αυτές τις χώρες από ότι στην υπόλοιπη Ευρώπη, σχολίασε η Καθηγήτρια Susanne Krüger-Kjaer από το Ινστιτούτο Επιδημιολογίας του Καρκίνου στην Κοπεγχάγη.

Τα αποτελέσματα αυτά θα βοηθήσουν τους πολιτικούς να κατανοήσουν καλύτερα το τεράστιο φορτίο της νόσου των γεννητικών κονδυλωμάτων.

Σε πολλές χώρες δεν υπάρχει παρακολούθηση των γεννητικών κονδυλωμάτων. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου υπάρχει τέτοια καταγραφή, πρόσφατες αναφορές δείχνουν ότι η διάγνωση των γεννητικών κονδυλωμάτων έχει αυξηθεί περισσότερο από πέντε φορές ανάμεσα στο 1972 και το 2006 και έχει προσεγγίσει σχεδόν τις 60.000 περιπτώσεις γυναικών, μόνο για το 2006.

Τα τελευταία 10 χρόνια, οι διαγνώσεις της πρώτης εκδήλωσης των γεννητικών κονδυλωμάτων στο Ηνωμένο Βασίλειο έχουν αυξηθεί έως 20%, οι υποτροπές υπολογίζονται στο 30% όλων των περιπτώσεων, ενώ ένα επιπλέον 12% αφορούσε επεισόδια που χρειάζονταν αντιμετώπιση για περισσότερο από τρεις μήνες.

Οι διαγνώσεις έχουν σταθερά μεγαλύτερη συχνότητα σε νεαρούς ενήλικες, ενώ η συχνότητά τους σε γυναίκες ηλικίας 16-24 ετών είναι έξι φορές μεγαλύτερη από ότι στο σύνολο των γυναικών.

Στην τελευταία αναφορά του, ο Οργανισμός για την Προστασία της Υγείας του Ηνωμένου Βασιλείου ανέφερε: ‘εάν η πρόληψη των γεννητικών κονδυλωμάτων περιληφθεί στους στόχους του εμβολιαστικού προγράμματος, θα φανεί μία σημαντικά γρήγορη μείωση των γεννητικών κονδυλωμάτων σε νεαρές ηλικίες.

Η σύσταση για χρήση του τετραδύναμου εμβολίου θα εκπληρώσει το στόχο αυτό.’

Οφέλη στην πρόληψη των γεννητικών κονδυλωμάτων έχουν ήδη αναγνωριστεί σε διάφορες χώρες.

Δανία, Γαλλία και Βέλγιο έχουν αναγνωρίσει στις συστάσεις των εμβολιαστικών προγραμμάτων έναντι του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας τα επιπλέον οφέλη από την πρόληψη άλλων νοσημάτων του γεννητικού συστήματος που σχετίζονται με τον ιό των Ανθρώπινων Θηλωμάτων, συμπεριλαμβανομένων των γεννητικών κονδυλωμάτων.

Οι πρόσφατες συστάσεις, στο Ηνωμένο Βασίλειο, υποστηρίχθηκαν από μια ανάλυση που παρουσιάστηκε από τον Οργανισμό Προστασίας της Υγείας (ΗΡΑ) δείχνοντας ότι το τετραδύναμο εμβόλιο (6,11,16,18) θα μπορούσε να προλάβει έως το 70% του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας και 95% των γεννητικών κονδυλωμάτων.

Η Αυστραλία επί του παρόντος αποζημιώνει μόνο τον εμβολιασμό με το τετραδύναμο εμβόλιο, λόγω των επιπρόσθετων οφελών από την πρόληψη των γεννητικών κονδυλωμάτων.

‘Η έκθεση στον Ιό των Ανθρώπινων Θηλωμάτων είναι τόσο συχνή που αποτελεί ένα φυσιολογικό μέρος της ζωής των εφήβων και των ενηλίκων και ένα συνηθισμένο κίνδυνο όσων έχουν ερωτικές σχέσεις’ τονίζει ο καθηγητής Charles Lacey από το Hull York, Κολλέγιο Ιατρικών Σπουδών, στο Ηνωμένο Βασίλειο.’ Τα γεννητικά κονδυλώματα είναι ένα τεράστιο φορτίο.

Εμείς θα πρέπει να βοηθήσουμε στη πρόληψή τους, ακόμη περισσότερο όταν αυτό είναι δυνατόν μέσω του εμβολιασμού έναντι του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας με ένα εμβόλιο που μπορεί επίσης να βοηθήσει στην πρόληψη άλλων νοσημάτων του γεννητικού συστήματος που σχετίζονται με τον ιό των Ανθρώπινων Θηλωμάτων, συμπεριλαμβάνοντας τα γεννητικά κονδυλώματα.

Αν και οι τύποι του Ιού 6 και 11 που προκαλούν το 90% των επεισοδίων των γεννητικών κονδυλωμάτων δεν έχουν μέχρι τώρα δείξει να προκαλούν καρκίνο του τραχήλου της μήτρας, γυναίκες με ιστορικό γεννητικών κονδυλωμάτων έχουν έναν αυξανόμενο κίνδυνο για προκαρκινικές τραχηλικές αλλοιώσεις και καρκίνο του τραχήλου της μήτρας ο οποίος είναι πολύ πιθανόν να εξηγείται λόγω του μεγαλύτερου κινδύνου να έχουν άλλους τύπους του Ιού των Ανθρώπινων Θηλωμάτων που προκαλούν καρκίνο.

Προλαμβάνοντας τα γεννητικά κονδυλώματα επιταχύνονται και διευρύνονται τα οφέλη των εμβολιαστικών προγραμμάτων.

Μελέτες ανάλυσης, πρόσφατα, έδειξαν ότι η πρόληψη των γεννητικών κονδυλωμάτων και των πρώιμων τραχηλικών αλλοιώσεων που σχετίζονται με τους τύπους 6 και 11 αντιπροσωπεύουν πάνω από το 90% των περιστατικών που αποφεύγονται και του κόστους που εξοικονομείται κατά τη διάρκεια των πέντε πρώτων ετών μετά την εισαγωγή ενός τετραδύναμου εμβολίου (6,11,16,18).

Στοχεύοντας τους τύπους 6 και 11 επιπλέον των τύπων 16 και 18 αυξάνουμε σημαντικά τα πρώιμα οφέλη για τις γυναίκες και την πρώιμη απόσβεση της επένδυσης των εμβολιαστικών προγραμμάτων έναντι του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας, υπογραμμίζει ο Patrick Poirot, Υπεύθυνος του Ιατρικού Τμήματος της Sanofi Pasteur MSD.

Στις μεγάλες κλινικές μελέτες φάσης ΙΙΙ, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται περισσότερες από 15.000 γυναίκες, το τετραδύναμο εμβόλιο (6,11,16,18) Gardasil προλαμβάνει το 99% των γεννητικών κονδυλωμάτων που οφείλονται στους τύπους 6 και 11 του Ιού των Ανθρώπινων Θηλωμάτων σε μέσο διάστημα παρακολούθησης τριών ετών.


Ακόμα και αν τα γεννητικά κονδυλώματα δεν είναι απειλητικά για την ζωή, αυτές οι αλλοιώσεις μπορούν να προκαλέσουν κλινικά συμπτώματα, όπως καύσο, κνησμό, αιμορραγία και πόνο. Μπορούν επίσης να προκαλέσουν ψυχολογικό στρες, επηρεάζοντας την αυτοεκτίμηση και προκαλώντας αμηχανία και άγχος.

Ακόμα και αν είναι αποτελεσματικές βραχυπρόθεσμα, οι θεραπείες είναι επώδυνες και οι υποτροπές είναι πολύ συχνές καθώς αφαιρούνται μόνο οι ορατές βλάβες, ενώ η λοίμωξη παραμένει.

Τα γεννητικά κονδυλώματα αποτελούν επίσης ένα μεγάλο οικονομικό φορτίο για την κοινωνία. Σε μία μελέτη των γεννητικών κονδυλωμάτων, στις ΗΠΑ, σε άτομα με ιδιωτική ασφάλεια, εκτιμήθηκε ότι το ετήσιο κόστος για τη διάγνωση και τη θεραπεία των γεννητικών κονδυλωμάτων είναι 140 εκατομμύρια δολάρια.

Επίσης, σε μία πρόσφατη μελέτη στο Ηνωμένο Βασίλειο εκτιμήθηκε ότι το κόστος αντιμετώπισης των περιστατικών γεννητικών κονδυλωμάτων ήταν 10,1 εκατομμύρια λίρες μόνο για το 2003.