Ένα βήμα πιο κοντά στην ανάπτυξη τεστ που θα προβλέπει την προεκλαμψία, μια επικίνδυνη κατάσταση που μπορεί να συμβεί στην εγκυμοσύνη, βρίσκονται οι ερευνητές.

Ερευνητική ομάδα του πανεπιστημίου του Leeds ανακάλυψε ότι πλάσμα αίματος γυναικών που είχαν εμφανίσει προεκλαμψία περιείχε διαφορετικά επίπεδα χημικών ουσιών σε σχέση με γυναίκες που δεν είχαν προεκλαμψία.

Πιστεύουν ότι οι δείκτες αυτοί μπορεί να εμφανιστούν πολλές εβδομάδες πριν παρουσιαστούν συμπτώματα όπως η υψηλή αρτηριακή πίεση.

Ο μόνος τρόπος για την πλήρη ίαση της προεκλαμψίας είναι ο τοκετός. Αν παραμείνει χωρίς αντιμετώπιση η κατάσταση, μπορεί να οδηγήσει σε σπασμούς, νεφρική ανεπάρκεια και σοβαρά προβλήματα στο συκώτι.

Ωστόσο, τα μωρά που γεννιούνται πρόωρα βρίσκονται σε κίνδυνο για εμφάνιση ποικιλίας προβλημάτων υγείας, στα οποία περιλαμβάνονται η αναπτυξιακή καθυστέρηση.

Επί του παρόντος, τεστ ούρων και μέτρηση της αρτηριακής πίεσης μπορούν να διαγνώσουν τις γυναίκες που εμφανίζουν προεκλαμψία μετά από 20 εβδομάδες κύησης. Η κατάσταση ελέγχεται με ασπιρίνη και στενό έλεγχο.

Ωστόσο, οι ερευνητές του Leeds ελπίζουν ότι η ‘σάρωση’ του αίματος για χημικές ουσίες θα μπορούσε να εντοπίσει πολύ νωρίτερα τις γυναίκες που κινδυνεύουν και να οδηγήσουν σε καλύτερο έλεγχο της κατάστασης.

Δεν αποτελεί θεραπεία, τουλάχιστον στο στάδιο αυτό, δηλώνει ο Καθηγητής Jimmy Walker του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου St.James. Όσο νωρίτερα τεθεί η διάγνωση τόσο καλύτερα μπορεί να ελεγχθεί η κατάσταση και τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες παράτασης της εγκυμοσύνης, δηλώνει ο ερευνητής.

Οι ερευνητές ανακάλυψαν ότι ορισμένες χημικές ουσίες, όπως τα αμινοξέα, αυξάνονταν σε ποσότητα όταν η γυναίκα εμφάνιζε προεκλαμψία, ενώ άλλες ουσίες μειώνονταν. Ελπίζουν να αναπτύξουν διαγνωστικό τεστ μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια.

Παγκοσμίως, μια στις έξη γυναίκες πεθαίνει κάθε 6 λεπτά από την κατάσταση-αν και μέχρι να βρεθεί θεραπεία τα διαγνωστικά τεστ δεν είναι πιθανό να βοηθήσουν πολλές από αυτές τις γυναίκες.

Με την καλύτερη κατανόηση των μηχανισμών της κατάστασης οι ερευνητές ελπίζουν ότι η δουλειά τους θα ανοίξει το δρόμο για πιο αποτελεσματική αντιμετώπιση.

Σχολιάζοντας την έρευνα, ο Donald Peebles, του University College Hospital, δήλωσε ότι είναι ενδιαφέρουσα, αλλά είναι νωρίς να μιλήσει κάποιος για σημαντική ανακάλυψη. Εξαιρετικής σημασίας θα είναι το να εντοπιστεί το πόσο νωρίς εμφανίζονται αυτοί οι δείκτες, σημειώνει ο Peebles, καταλήγοντας πως ακόμα και αν μπορούσαμε να γνωρίζουμε στις 16 εβδομάδες ότι μια έγκυος έχει υψηλές πιθανότητες για προεκλαμψία οι δυνατότητες αντιμετώπισης είναι προς το παρόν περιορισμένες.