Στην έρευνα συμμετείχαν πάνω από 200 άνδρες και γυναίκες, ηλικίας κάτω των 50 ετών, άλλοι από τους οποίους είχαν φυσιολογικό σωματικό βάρος και άλλοι ήταν υπέρβαροι. Οι ερευνητές από τη Βόρεια Καρολίνα τους ζήτησαν να μειώσουν τις ημερήσιες θερμίδες τους κατά 25% για τα επόμενα δύο χρόνια. Ωστόσο εκείνοι κατάφεραν κατά μέσο όρο να τις μειώσουν κατά 12% ή κατά 300 θερμίδες την ημέρα.

Ακόμα κι έτσι, έχασαν κατά μέσο όρο το 10% του αρχικού σωματικού βάρους τους, με το 71% της μείωσης να είναι σωματικό λίπος. Αυτή είναι μια μέτρια απώλεια βάρους. Συνοδεύτηκε όμως από σημαντικές βελτιώσεις στους δείκτες της μεταβολικής υγείας των συμμετεχόντων, δηλαδή στη χοληστερόλη, την αρτηριακή πίεση, το σάκχαρο αίματος κ.λπ. Επιπρόσθετα, οι συμμετέχοντες παρουσίασαν μείωση σε έναν δείκτη της χρόνιας φλεγμονής ο οποίος συνδέεται με την καρδιοπάθεια, τον καρκίνο και την έκπτωση των νοητικών λειτουργιών.

"Υπάρχει κάτι στον περιορισμό των ημερήσιων θερμίδων, ένας μηχανισμός τον οποίο δεν γνωρίζουμε ακόμα, που οδηγεί σε αυτές τις βελτιώσεις", δήλωσε ο κύριος ερευνητής Dr William Kraus, καθηγητής Καρδιολογίας στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Duke, στην πόλη Durham. "Συγκεντρώσαμε δείγματα αίματος, μυών και άλλων ιστών από αυτούς τους συμμετέχοντες και θα εξακολουθήσουμε να τα μελετάμε για να βρούμε τι μπορεί να είναι αυτός ο μεταβολικός ή μοριακός μηχανισμός".

Σε κάθε περίπτωση, τα ευρήματα σημαίνουν ότι "ακόμα και μια τροποποίηση που δεν είναι αρκετά μεγάλη, μπορεί να μειώσει την επίπτωση του διαβήτη και της καρδιαγγειακής νόσου. Ο κόσμος μπορεί εύκολα να κάνει αυτή την τροποποίηση, προσέχοντας την ημερήσια διατροφή του ή ίσως αφαιρώντας κάτι από αυτήν, όπως ένα σνακ μετά το δείπνο".

 

Πηγές: The Lancet Diabetes & Endocrinology