Δύο ογκολογικές εργασίες παρουσίασε κατά τη διάρκεια του 39ου Πανευρωπαϊκού Συνεδρίου  Χειρουργικής Ογκολογίας που έγινε στο Rotterdam της Ολλανδίας ο Γενικός Χειρουργός κ.  Θεόδωρος Πιπέρος.

Οι εργασίες που παρουσιάστηκαν βασίστηκαν στα τελικά αποτελέσματα της χειρουργικής πρακτικής των επεμβάσεων για τον Εκτεταμένο Καρκίνο των Ωοθηκών και την Υποτροπή στον Καρκίνο του Πρωκτού

Εκτεταμένος Καρκίνος Ωοθηκών

Η πρώτη εργασία που αφορά στις επεμβάσεις για εκτεταμένο καρκίνο ωοθηκών είναι αναδρομική και συμπεριέλαβε περιστατικά των τελευταίων 5 ετών συνολικά, 110 ασθενείς με εκτεταμένο καρκίνο ωοθηκών οι οποίες είχαν λάβει προ-εγχειρητικά χημειοθεραπεία.

Συγκεκριμένα, οι ασθενείς διαγνώστηκαν με εκτεταμένο καρκίνο ωοθηκών και έλαβαν αρχικά χημειοθεραπεία. Στη συνέχεια έγινε επανασταδιοποίηση με αξονική τομογραφία και μαγνητική τομογραφία όπου  και διαπιστώθηκε ύφεση της νόσου. Ακολούθησε χειρουργική επέμβαση στο Νοσοκομείο Μητέρα και στο Ευγενίδιο Θεραπευτήριο.

Σε όλες τις ασθενείς έγινε υστερεκτομή μετά των εξαρτημάτων, επιπλεκτομή και σκωληκεδεκτομή. Σε 77 ασθενείς έγινε και κολεκτομή, σε 20 μερική κυστεκτομή και σε 5 μερική ουρητηρεκτομή.

Για την αντιμετώπιση των ασθενών αυτών συνεργάστηκε ομάδα επιστημόνων από διάφορες ειδικότητες, όπως χειρουργοί, γυναικολόγοι, ουρολόγοι και ογκολόγοι.

Οι επιστήμονες μελέτησαν, τα αποτελέσματα των χειρουργικών επεμβάσεων ως προς την πλήρη ογκολογική εκτομή, τη διάρκεια νοσηλείας, τις μετεγχειρητικές επιπλοκές και τις υποτροπές μετά από παρακολούθηση.

Ο μέρος όρος νοσηλείας ήταν 5 ημέρες και στις μετεγχειρητικές επιπλοκές καταγράφηκαν τα εξής:

•             Λοίμωξη χειρουργικού τραύματος

•             Ατελεκτασία

•             Αναστομωτική διαφυγή (2 ασθενείς)

•             Παρατεταμένη λεμφόρροια

•             Εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση

Οι επιπλοκές αντιμετωπίστηκαν όλες χωρίς να υπάρξει καμία θανατηφόρα έκβαση, ενώ, στο χρονικό διάστημα μετεγχειρητικής παρακολούθησης δεν υπήρξαν υποτροπές.

Η συγγραφή και παρουσίαση της εργασίας αυτής έγινε από τον Γενικό Χειρουργό,  κ. Θεόδωρο Πιπέρο ενώ, ο συντονισμός της επιστημονικής ομάδας έγινε από τον Αναπληρωτή Καθηγητή Ανατομίας της Νοσηλευτικής Σχολής ΕΚΠΑ, κ. Θεόδωρο Μαριόλη.

Υποτροπή Καρκίνου Πρωκτού | Αντιμετώπιση Ασθενών

Η δεύτερη εργασία που παρουσιάστηκε κατά τη διάρκεια του συνεδρίου  αφορούσε, την εμπειρία της επιστημονικής ομάδας στην αντιμετώπιση ασθενών με υποτροπή Καρκίνου Πρωκτού.

Η μελέτη είναι αναδρομική και αφορά το χρονικό διάστημα 2014 – 2018. Συμπεριέλαβε  56 ασθενείς, 30 άνδρες και 20 γυναίκες οι οποίοι είχαν υποβληθεί αρχικά σε ακτινοθεραπεία που είναι και η πρώτη γραμμή θεραπείας για τον Καρκίνο του Πρωκτού. Το 70% εξ αυτών,  είχαν πλακώδες καρκίνωμα, ενώ το 30% αδενοκαρκίνωμα.

Η επιστημονική ομάδα μελέτησε και ανέλυσε τα συμπτώματα, τη χειρουργική αντιμετώπιση και τις επιπλοκές της νόσου.

Τα κυριότερα συμπτώματα των ασθενών με υποτροπή όγκου του πρωκτού ήταν:

•             Πόνος στον περίνεο

•             Αιμορραγία από τον όγκο

•             Ψηλαφητό μόρφωμα στον πρωκτό

•             Έντονος πόνος στον κόκκυγα

Η διάγνωση της υποτροπής έγινε με Αξονική Τομογραφία Κοιλιάς και Μαγνητική Τομογραφία Πυέλου. Ενώ, να σημειωθεί, ότι πριν το ογκολογικό συμβούλιο, ο έλεγχος με PET απέκλεισε την παρουσία μεταστάσεων.  Στη συνέχεια, το ογκολογικό συμβούλιο αποφάσισε διενέργεια χειρουργικής επέμβασης ως το βέλτιστο θεραπευτικό μέτρο για την θεραπεία αυτών των επιθετικών όγκων.

•             Σε 46 ασθενείς έγινε κοιλιοπερινεική εκτομή με κατασκευή μόνιμης κολοστομίας.  Οι υπόλοιποι ασθενείς έφεραν κολοστομία από προηγηθέν χειρουργείο προς ετών λόγω απόφραξης.

•             Στο 27% των ασθενών έγινε ταυτόχρονα μερική εκτομή ουροδόχου κύστης.

•             Σε 4 ασθενείς χρειάστηκε να γίνει σύγχρονα πλήρης λεμφαδενικός καθαρισμός βουβωνικής χώρας, ενώ σε 3 ασθενείς έγινε και εκτομή κόκκυγος.

•             Σε 20 ασθενείς η έκταση περινεικού τραύματος ήταν τέτοια που χρειάστηκε η βοήθεια πλαστικών χειρουργών προς σύγκλειση τραύματος.

Η μέση νοσηλεία ήταν 7 ημέρες και οι κυριότερες επιπλοκές που αντιμετώπισε η επιστημονική ομάδα, αφορούσαν σε λοίμωξη του χειρουργικού τραύματος, εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση, ατελεκτασία και διάσπαση τραύματος και όλες αντιμετωπίστηκαν συντηρητικά. Στα θετικά στοιχεία καταγράφηκε και το γεγονός ότι δεν υπήρξε κανένας θάνατος ασθενή.

Σύμφωνα με τους ειδικούς, η πολυπλοκότητα των επεμβάσεων αυτών αυξάνει την πιθανότητα μετεγχειρητικών επιπλοκών. Για αυτό και μετεγχειρητικά οι ασθενείς τέθηκαν σε παρακολούθηση με αξονική τομογραφία, εργαστηριακές εξετάσεις και κλινική εξέταση και σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία υπήρξαν μόνο 2 υποτροπές εκ νέου μετά πάροδο 3 ετών.

Και στη συγκεκριμένη εργασία, η συγγραφή και παρουσίαση έγινε από τον Γενικό Χειρουργό, κ. Θεόδωρο Πιπέρο ενώ, ο  συντονισμός της επιστημονικής ομάδας έγινε από τον Αναπληρωτή Καθηγητή Ανατομίας της Νοσηλευτικής Σχολής ΕΚΠΑ, κ. Θεόδωρο Μαριόλη.

Οι εργασίες του συνεδρίου φέτος αφορούσαν στους καρκίνους Ορθού,  Στομάχου,  Μαστού και Θυρεοειδούς, στα Σαρκώματα και την Περιτοναϊκή Καρκινωμάτωση. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε σε θέματα που είχαν σχέση με την αντιμετώπιση του Πρώιμου Καρκίνου Ορθού και τον Ορθοκολικό Καρκίνο σταδίου IV.

Επιπροσθέτως, επιβεβαιώθηκε και αναλύθηκε διεξοδικά η σημασία της προ – εγχειρητικής σταδιοποίησης για το ορθό και ιδιαίτερα η επέκταση της βλάβης τοπικά.

Σύμφωνα με τα τελικά συμπεράσματα του συνεδρίου, για τους πολύ Πρώιμους Καρκίνους Ορθού καθιερώνεται η ευρεία ενδοσκοπική εκτομή ενώ, όπως αναφέρθηκε, η  μεταστατική νόσος του Ορθοκολικού Καρκίνου εξαρτάται από πολλά χαρακτηριστικά όπως (αποφρακτικός ή μη όγκος, αριθμός μεταστάσεων κ.ά.). επίσης, Η αντιμετώπιση των οπισθοπεριτοναϊκών σαρκωμάτων παραμένει κατά βάση χειρουργική.

Οι σύνεδροι συμφώνησαν ότι, θεμελιώδη σημασία έχει το πρώτο χειρουργείο καθώς οποιαδήποτε διασπορά του όγκου από κακό εγχειρητικό σχεδιασμό οδηγεί σίγουρα σε θανατηφόρα τοπική υποτροπή.

Τέλος, επιβεβαιώθηκε η ανάγκη για πλήρη εφαρμογή των κατευθυντήριων οδηγιών ενώ, επισημάνθηκε η ιδιαίτερη προσοχή που πρέπει να έχουν οι ειδικοί ως προς τον λεπτομερή σχεδιασμό χειρουργικών επεμβάσεων. Στόχος παραμένει το βέλτιστο ογκολογικό αποτέλεσμα με ταυτόχρονη αποφυγή επιπλοκών.