Της Παρή Ράπτη, ενδοκρινολόγου

Ο λιπώδης ιστός δεν αποτελεί  απλά μία αποθήκη λιποκυττάρων αλλά ένα ενεργό όργανο με ενδοκρινολογική συμμετοχή. Θα τολμούσαμε να πούμε ότι είναι ένα ιδιαίτερα εκτεταμένο ενδοκρινολογικό όργανο.

Στο λιπώδη ιστό διενεργούνται σειρά βιοχημικών διαδικασιών, οι οποίες είναι «κρίσιμες» για την λειτουργία του οργανισμού και ως εκ τούτου η παχυσαρκία αποτελεί παράγοντα καθοριστικής σημασίας όχι μόνο για την αισθητική, αλλά και  την ποιότητα ζωής, μιας και είναι γνωστό ότι επιδρά καίρια στην υγεία  ενός οργανισμού.

Οι γνώσεις που προστίθενται για τη συμμετοχή της παχυσαρκίας ως παθολογικού παράγοντα για την επιβίωση συνεχώς εμπλουτίζονται. Εδώ και πολλά χρόνια ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας έχει χαρακτηρίσει  την παχυσαρκία χρόνια νόσο.

Είναι πλέον γνωστό ότι δεν οφείλεται μόνο σε αύξηση του μεγέθους ή του αριθμού των λιποκυττάρων, που εξαρτώνται από τη διατροφή, τη μη φυσική άσκηση και τον τύπο δραστηριότητας, αλλά από γενετικούς, ορμονικούς, ανοσολογικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες και από τοπικές φλεγμονώδεις διαδικασίες του λιπώδους ιστού, «μεταβολικές φλεγμονές».

Για τη συμμετοχή των διαφόρων ουσιών, στην υποκλινική φλεγμονή που εμφανίζεται στην παχυσαρκία, όπως χημειοκινών, κυτταροκινών, αυξητικών παραγόντων, λιποκινών, αγγειοτενσινογόνου, ιντερλευκίνης 6, ιντερλευκίνης 8,ιντερλευκίνη 10, TNF-α, MIF, I, και άλλων, υπάρχει πληθώρα πληροφοριών στην παγκόσμια βιβλιογραφία.

Ποια όμως μπορεί να είναι η αλληλεπίδραση της παχυσαρκίας και του νέου κορωνοϊού στην βαρύτητα και εξέλιξη της νόσου COVID-19;

 Ήδη γνωρίζουμε ότι διάφορα καρδιαγγειακά νοσήματα, νεοπλασίες π.χ. των μαστών, μεταβολικά νοσήματα, σακχαρώδης διαβήτης, μεταβολικό σύνδρομο και άλλες πολλές ασθένειες, σχετίζονται  με την παχυσαρκία, αλλά και με την «τοπογραφία» της εναπόθεσης του λιπώδους ιστού, με το φύλο και την ηλικία. Επίσης η κατανομή του λιπώδους ιστού στα διαφορετικά φύλα φαίνεται να έχει καθοριστική σημασία στον φαινότυπο (διαφορετικό σωματότυπο), αλλά  και «φυσική» σκοπιμότητα.

Η εναπόθεση λιπώδους ιστού π.χ. στην κοιλιακή χώρα έχει συνδεθεί με την επιβάρυνση του οργανισμού και την εμφάνιση καρδιαγγειακών νοσημάτων. Επίσης η κεντρομόλος παχυσαρκία η οποία εμφανίζεται στην κλινική εικόνα παθήσεων όπως π.χ. Cushing,  όπου προσομοιάζεται σαν να υπάρχει μετατόπιση του λιπώδους ιστού, ενώ ο ασθενής εμφανίζει λεπτά άκρα, υπάρχει κοιλιακή εναπόθεση λίπους (κεντρικού τύπου παχυσαρκία), καθώς και ήβος,  ενώ η ύπαρξη του λιπώδους ιστού στην περιοχή των γλουτών στις γυναίκες  φαίνεται να είχε καθοριστική σημασία και συνάρτηση με την επιβίωση των εμβρύων σε εγκύους κατά την περίοδο λιμών. Διότι η εναπόθεση του λιπώδους ιστού στην περιοχή των γλουτών φαίνεται να μην επιβαρύνει την υγεία των γυναικών και πιθανά να μην συνδέεται με καρδιαγγειακά προβλήματα.

Η σημαντικότητα λοιπόν της τοπογραφίας της εναπόθεσης του λιπώδους ιστού,  αποτελεί σοβαρό ερέθισμα μελέτης, τόσο για τη χρησιμότητά της στην διαφοροποίηση του σωματότυπου  μεταξύ των δύο φύλων, αλλά και για την εμπλοκή  της εναπόθεσης λίπους σε διάφορες περιοχές του σώματος με διάφορες παθολογίες.

Η  σημαντικότητα των ορμονών του φύλου στην διαφορετική λειτουργία  διαμέσου της διαφορετικής τοπογραφίας της εναπόθεσης του λίπους μεταξύ ανδρών και γυναικών σε κάποιες φάσεις της αναπαραγωγικής ηλικίας θα μπορούσε να είναι καθοριστική.

Η αντίσταση στην ινσουλίνη επίσης, φαίνεται να  είναι συνδεδεμένη με την αύξηση του σωματικού βάρους και αυτό συσχετίζεται με διάφορους παράγοντες μερικοί εκ των οποίων αποτελούν τα διάφορα πεπτίδια που παράγουν τα λιποκύτταρα, όπως π.χ. οι λιποκίνες, λιπονεκτίνη, ρεζιστίνη, καθώς και διάφορες κυτταροκίνες όπως η ιντερλευκίνη 6 και η ιντερλευκίνη 8 και ΤΝF-α, η έκφραση των οποίων είναι διαφορετική στα άτομα με παχυσαρκία.

Τα διάφορα νοσήματα τα οποία συνδέονται με γενικευμένη ή κοιλιακού τύπου αύξηση λιπώδους ιστού όπως π.χ. στο σύνδρομο Cushing αλλά και σε διάφορα άλλα σύνδρομα που αφορούν το αναπαραγωγικό σύστημα ή και τη λειτουργία του θυρεοειδούς, οφείλονται σε διαφορετικούς ορμονικούς παράγοντες. Και στο σύνδρομο των πολυκυστικών ωοθηκών όπου έχουμε μία διαταραγμένη συσχέτιση των επιπέδων των ανδρογόνων καταγράφεται αντίσταση στην ινσουλίνη. Επίσης έχουμε τη συσχέτιση της παχυσαρκίας με διάφορες ορμονοεξαρτώμενες κακοήθειες.

Η συσχέτιση των καρδιαγγειακών νοσημάτων με την παχυσαρκία, όχι μόνο την γενικευμένη αλλά και σε σχέση με το λόγο της περιφέρειας μέσης / περιφέρεια ισχίων, μερικές φορές αποτελεί προγνωστικό παράγοντα καρδιαγγειακού κινδύνου. Το ίδιο αφορά και την κοιλιακή εναπόθεση και την σπλαχνική αύξηση του λιπώδους ιστού και ως εκ τούτου λαμβάνεται σοβαρά υπόψη η τιμή του Δείκτη Μάζας Σώματος (ΔΜΣ).

Ο λιπώδης ιστός δεν αποτελείται από έναν συγκεκριμένο αριθμό λιποκυττάρων μόνο, αλλά περικλείει και άλλους ιστούς και κύτταρα, που αποτελούν τα όργανα κυκλοφορίας για την προσέλκυση κυττάρων, διαφόρου τύπου, όπως π.χ. κύτταρα του ανοσοποιητικού και διαφόρων ουσιών, καθώς και την μεταφορά οξυγόνου μέσω των μικρών αγγείων, και κατά συνέπεια  την ύπαρξη ενδοθηλίου, λείων μυϊκών ινών των αγγείων αλλά και διάφορα άλλα ανατομικά στοιχεία που θα περιγράψουμε περαιτέρω. Πρόκειται λοιπόν για ένα βιοχημικό εργοστάσιο εξαιρετικής σημασίας για το ζην και το ευ ζην.

Η μελέτη των αλλαγών που επέρχονται, είτε μέσω της διατροφής, είτε διαμέσου της σωματικής άσκησης,  είτε σε συσχέτιση με τον κιρκάδιο ρυθμό, διάρκεια ύπνου,  έχουν τεράστιο ενδιαφέρον διότι αποτελούν τροποποιητικούς παράγοντες τόσο στην αισθητική και τον σωματότυπο, αλλά κυρίως την σύνδεση τους με νοσηρότητες, οι οποίες μπορούν να επηρεάσουν τόσο την ποιότητα της ζωής όσο και τη διάρκειά της.

Η εναπόθεση του λιπώδους ιστού είναι αποτέλεσμα της ισορροπίας μεταξύ της σύνθεσης του λίπους και της λιπόλυσης. Έτσι πλέον είναι σαφές ότι ο λιπώδης ιστός δεν είναι ένα αδρανές όργανο. Αποτελεί ένα ενδοκρινολογικό όργανο, υπεύθυνο για τη σύνθεση και την έκκριση διαφορών ορμονών οι οποίες έχουν πολλαπλές δράσεις είτε σε τοπικό είτε σε γενικό επίπεδο του οργανισμού.

Στις ορμόνες οι οποίες επηρεάζουν το σωματικό μας βάρος είτε μέσω της αύξησης της όρεξης ή τοπικά αναφέρουμε την λεπτίνη, την ινσουλίνη, την κορτιζόλη, την γκρελίνη και διάφορες άλλες ουσίες όπως χολοκυστοκινίνη, το πεπτίδιο ΥΥ, τα εντερικά πεπτίδια, που δρουν τοπικά, ουσίες οι οποίες μεταφέρουν τα μηνύματά τους και στον εγκέφαλο στα υποθαλαμικά κέντρα όρεξης – κορεσμού είτε δια μέσου του πνευμονογαστρικού.

Τα διάφορα ορμονικά, νευρικά και μεταβολικά σήματα επηρεάζουν την έκφραση αλλά και την απελευθέρωση άλλων υποθαλαμικών πεπτιδίων μειώνοντας ή αυξάνοντας την όρεξη.

Μέχρι πριν λίγα χρόνια η πεποίθηση ότι τα λιποκύτταρα αποτελούσαν αποθήκη λίπους έχει πλέον τροποποιηθεί με την κατανόηση ότι τα λιποκύτταρα λειτουργούν και ως ενδοκρινικά κύτταρα που παράγουν λεπτίνη ΤΝF-α, τον αναστολέα 1 του ενεργοποιητή του πλασμινογόνου (προθρομβωτικοί παράγοντες), το αγγειοτενσινογόνο, την αντιπονεκτίνη και άλλους παράγοντες, όπως παράγοντες του συμπληρώματος, ο παράγων D «αδιψίνη» «ιντερελυκίνη 6, TNF, ιντερλευκίνη 8». Είναι σαφές ότι άλλοι παράγοντες δεν έχουν καν ακόμα ταυτοποιηθεί.

Η ρύθμιση πρόσληψης της τροφής επηρεάζεται από την λεπτίνη και την αγγειοτενσίνη αλλά και άλλες γνωστές και μη ορμόνες, ο ΤΝF – α επηρεάζει ενδιάμεσα στάδια φλεγμονωδών διαδικασιών αλλά και την ευαισθησία της ινσουλίνης, εμπλεκόμενος στην αντίσταση της ινσουλίνης, οδοί, όπως εκείνοι του PAI-1 “Plasminogene Activator Inhibitor 1”, άλλες ορμόνες όπως η αδιπονεκτίνη και η ρεζιστίνη εμπλέκονται σε διάφορες βιοχημικές διαδικασίες, αλλά στη συγκεκριμένη ανάλυσή μας θα ασχοληθούμε περισσότερο με την  ιντερλευκίνη 6, την ιντερλευκίνη 8, την ιντερλευκίνη 18 που όπως φαίνεται εμπλέκονται στην παθοφυσιολογία της νόσου COVID-19.

O λιπώδης ιστός χωρίζεται σε δύο τύπους, λευκό και φαιό, που έχουν και κάποιες διαφορετικές λειτουργίες. Αλλά ας ασχοληθούμε με τις εκκριτικές δυνατότητες αυτού του «οργάνου». Φαίνεται ότι οι δράσεις των λιποκυττάρων είναι πολλαπλές και αυτό οφείλεται στην ικανότητα τους να εκκρίνουν ένζυμα, πρωτεΐνες, αυξητικούς παράγοντες, συμπλήρωμα, ορμόνες, να εκφράζουν υποδοχείς, να ενεργοποιούν διάφορες οδούς οι οποίες εμπλέκονται με την ομοιόσταση του οργανισμού, με τον μεταβολισμό, τις διαδικασίες πρόσληψης τροφής και κατανάλωσης ενέργειας, με την ανοσοαπάντηση, την αρτηριακή πίεση κλπ.

Διασφαλίζουν ένα δίκτυο σηματοδοτικών οδών διαμέσου αυτοκρινών, παρακρινών και ενδοκρινών λειτουργιών και εκκρίσεων, τα οποία επηρεάζουν απαντήσεις πολλών κυττάρων του οργανισμού, όπως ενδοθηλιακά κύτταρα, λείες μυϊκές ίνες, κύτταρα του ανοσοποιητικού και κύτταρα που ανευρίσκονται σε άλλους ιστούς, αλλά επηρεάζουν επίσης και τη λειτουργία διαφόρων οργάνων, όπως του παγκρέατος, του υποθαλάμου, των νεφρών, του μυϊκού σκελετικού συστήματος, του οστικού συστήματος αλλά και του ανοσοποιητικού στο οποίο θα προσπαθήσουμε να κάνουμε μία μικρή αναφορά.

Φαίνεται ότι επίσης οι διεργασίες οι οποίες γίνονται στον λευκό λιπώδη ιστό και στον φαιό διαφοροποιούνται. Η δε ποσόστωση αυτών των ιστών υποδόρια ή σπλαχνικά γνωρίζουμε ότι είναι διαφορετική. Και οι δύο τύποι των λιπωδών αυτών κυττάρων παράγουν διάφορες από τις προαναφερθείσες ουσίες αλλά πιθανόν να το κάνουν σε διαφορετικές ποσότητες. Όπως π.χ. μάλλον το σπλαχνικό λίπος παράγει υψηλότερες ποσότητες ιντερλευκίνης 6 και PAI-1 “Plasminogene Activator Inhibitor 1”.       

Σαν εκκριτικό όργανο προφανώς όπως και τα άλλα όργανα βρίσκεται υπό τον έλεγχο γονιδιακής έκφρασης που αφορά τους εκκριτικούς ορμονικούς και χημικούς μηχανισμούς και την εκκριτική ικανότητα των λιποκυττάρων και των άλλων στοιχείων που αποτελούν τον λιπώδη ιστό.

Ποιος είναι ο ρόλος της κορτιζόλης που παράγεται στα επινεφρίδια στον λιπώδη ιστό;

Ποιος είναι ο ρόλος της ιντερλευκίνης 6 και άλλων ιντερλευκινών στο λιπώδη ιστό και ποια είναι η πιθανή εμπλοκή της ιντερλευκίνης 6 στην παθοφυσιολογία νοσημάτων όπως COVID-19 ή καταστάσεις όπου εμφανίζεται το σύνδρομο υπερέκκρισης ιντερλευκίνης 6 στην περίπτωση ενός παχυσάρκου ατόμου;

Ποιος είναι ο ρόλος του λιπώδους ιστού και κατά συνέπεια  του αυξημένου σωματικού βάρους σε ανθρώπους που επιμολύνονται από τον νέο κορωνοϊό μιας και γνωρίζουμε ότι και άλλες κυτταροκίνες και μόρια αυξάνονται με την παχυσαρκία, διεγείρονται από τον ΤNF–a  και την ιντερλευκίνη 6 και ιντερλευκίνη 8, ενώ συνυπάρχουν φλεγμονώδη κύτταρα όπως μονοκύτταρα και μακροφάγα που γνωρίζουμε ότι και αυτά παράγουν ιντερλευκίνη 6;

Ποιος είναι ο ρόλος των ιντερλευκινών στην πρόσκληση κυττάρων του ανοσοποιητικού, μονοκύτταρα, μακροφάγα, δενδριτικά κύτταρα, Τ-λεμφοκύτταρα και ποια η δράση των CD-T λεμφοκυττάρων, όπου στην COVID-19 έχουν καθοριστική δράση;

Υψηλά επίπεδα ιντερλευκίνης 6 φαίνεται  από τη διεθνή βιβλιογραφία να συνδέονται με καρδιαγγειακά νοσήματα, με την αθηρωμάτωση και το έμφραγμα. Η ιντερλευκίνη 6 και ο ΤΝF-α φαίνεται να παράγονται τόσο από τα λιποκύτταρα όσο και από τα κύτταρα των τοιχωμάτων των αγγείων, αλλά και τα μακροφάγα. Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η ιντερλευκίνη 6 εμπλέκεται πιθανώς εμποδίζοντας τη σηματοδοτική οδό της ινσουλίνης.

Για την ιντερλευκίνη 6 έχουμε αναφερθεί σε πολλά άρθρα υπογραμμίζοντας τις πλειοτροπικές της δράσεις. Έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον όμως να υπογραμμιστεί  και ο τύπος των κυττάρων που έχουν την δυνατότητα να την εκκρίνουν, όπως τα άωρα ανοσοκύτταρα, τα λιποκύτταρα, τα μυϊκά κύτταρα, οι ινοβλάστες και κύτταρα του ανοσοποιητικού όπως τα μονοκύτταρα και μακροφάγα.

Επίσης θα πρέπει να γίνει εκτενής αναφορά και στο πως η ιντερλευκίνη 6 εμπλέκεται στους μηχανισμούς του στρες, της σήψης και των διαδικασιών φλεγμονής. Παράλληλα και η ποσότητα συμμετοχής στην παραγωγή της ιντερλευκίνης 6 από τον σπλαχνικό λιπώδη ιστό, είναι εξαιρετικά σημαντική και φαίνεται να παράγεται σε μεγαλύτερες ποσότητες  σε αυτόν σε σχέση με τον υποδόριο. 

Στην παχυσαρκία και σε ασθενείς με αυξημένο ΔΜΣ (δείκτη μάζας σώματος) κυρίως στους άνδρες αλλά και στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες φαίνεται να καταγράφονται υψηλότερα επίπεδα ιντερλευκίνης 6. Στους βιολογικούς δείκτες διαφόρων φλεγμονών η C αντιδρώσα πρωτεΐνη CRP ως γνωστό ανευρίσκεται αυξημένη. Μάλλον εμπλέκεται  η ιντερλευκίνη 6 σε αυτή την αύξηση και στην περίπτωση μεταβολικής φλεγμονής.  Γνωστό επίσης είναι ότι η ιντερλευκίνη 6 διεγείρει την παραγωγή ινωδογόνου στο ήπαρ αλλά επίσης προκαλεί στο ήπαρ αυξημένη έκκριση τριγλυκεριδίων, κυρίως όταν η αντίσταση στην ινσουλίνη είναι διαταραγμένη.

Ποιες είναι οι δράσεις των ορμονών του φύλου, των κατεχολαμινών, των γλυκοκορτικοειδών, στην παραγωγή της ιντερλευκίνης 6 και ποια η επίδρασή της στη διέγερση του άξονα κατά τη διάρκεια μιας φλεγμονής και επί του προκειμένου στην COVID-19;

Από τη διεθνή βιβλιογραφία φαίνεται ότι η παραγωγή της ιντερλευκίνης 6 διεγείρεται από τις κατεχολαμίνες, ενώ μειώνεται  από τα οιστρογόνα και τα γλυκοκορτικοειδή. Η δράση της στο ενδοθήλιο των αγγείων φαίνεται ότι την εμπλέκει και στην παραγωγή αθηρωματικών πλακών. Επηρεάζεται και διεγείρεται ακόμα και σε καταστάσεις στέρησης ύπνου μιας και φαίνεται ότι εμφανίζει κιρκαδιανό ρυθμό έκκρισης. Αλλά οι δράσεις της ιντερλευκίνης 6 «ουκ έσται τέλος».

Αγγειοτενσίνη ΙΙ και λιπώδης ιστός

Σε προηγούμενα άρθρα έχουμε κάνει εκτενή αναφορά στη δράση της Αγγειοτενσίνης ΙΙ, η οποία φαίνεται στην περίπτωση της COVID-19 να υπερπαράγεται δια μέσου εναλλακτικής οδού, εκείνης μεταξύ της διέγερσης του ACE και του υποδοχέα ΑΤ1 λόγω της μείωσης της ύπαρξης του διαμεμβρανικού υποδοχέα ACE2  που επιφέρει η σύνδεση αυτού του υποδοχέα  με την ακίδα Spike-S του νέου κορωνοϊού. Προϋπόθεση για τη σύνδεση ACE2 και Spike-S είναι η ύπαρξη της πρωτεϊνης σερίνης.

Στο πλαίσιο της περιγραφής των μηχανισμών που διευρύνουν την ανοσοαπάντηση θα πρέπει κανείς να υπογραμμίσει τη σοβαρότητα της παρατήρησης από κάποιους ερευνητές, ότι η δράση της πρωτεάσης σερίνης, η οποία πιθανώς να ενεργοποιεί εναλλακτικές οδούς για την παραγωγή Αγγειοτενσίνης ΙΙ με τις γνωστές προαναφερθείσες επιπτώσεις. Και αυτό ίσως να έχει μεγάλη σημασία.

Στον λιπώδη ιστό φαίνεται να εκφράζεται και το σύστημα ρενίνης – αγγειοτενσίνης - αλδοστερόνης πλήρως. Το mRNA αγγειοτανσινογόνο και τα επίπεδα των πρωτεϊνών στον λιπώδη ιστό, μάλλον επηρεάζονται και ρυθμίζονται και από την διατροφή και τη φυσική άσκηση. Κάποιες επιστημονικές εργασίες στη διεθνή βιβλιογραφία αναφέρονται στην υπόθεση ότι η αγγειοτενσίνη η οποία παράγεται στο λιπώδη ιστό μπορεί να επηρεάζει την ανάπτυξη και τη διαφοροποίηση λιπωδών κυττάρων αλλά και κυττάρων άλλων ιστών  διαμέσου της έκκρισης ουσιών, οι οποίες μέσω της κυκλοφορίας έχουν δράσεις σε ιστούς όπως ο καρδιαγγειακός και άλλοι. Υπογραμμίζουμε εδώ ότι και τα ανθρώπινα αιμοπετάλια εκφράζουν τους υποδοχείς ΑΤ1 της Αγγειοτενσίνης ΙΙ.

Η ύπαρξη τοπικού συστήματος RAAS σε διάφορα όργανα μοιάζει να χρήζει επ΄ευκαιρίας της COVID-19 περαιτέρω διερεύνηση με την υποθετική προσέγγιση της διεύρυνσης των χημικών διεργασιών που παράτολμα τους παρομοιάζουμε με «βότσαλο στη θάλασσα».

Ποιος άλλος παράγων εμπλέκεται σε αγγειακό επίπεδο και στο τοίχωμα μικρών αγγείων που βρίσκονται στον λιπώδη ιστό ;

Το γονίδιο για την PAI-1 βρίσκεται σε γνωστό χρωμόσωμα. Στη διεθνή βιβλιογραφία αναφέρεται επίσης ότι πηγές για την έκκριση αυτού του παράγοντα εκτός από το ενδοθήλιο και τις λείες μυϊκές ίνες των αγγείων, τον παράγουν και άλλα κύτταρα όπως τα λιποκύτταρα, τα στρωματικά κύτταρα του λιπώδους ιστού, τα ηπατοκύτταρα, οι ινοβλάστες, τα μονοκύτταρα και τα μακροφάγα.

Στην παχυσαρκία λοιπόν, όπου έχουμε αύξηση αυτών των κυττάρων, τροποποιείται αυτή η παραγωγή και προς ποία κατεύθυνση;

 Ποιος είναι ο ρόλος της Αγγειοτενσίνης ΙΙ των γλυκοκορτικοειδών, της ινσουλίνης, των κατεχολαμινών, του ΤΝF- α και άλλων σε επίπεδο συμμετοχής του λιπώδους ιστού σε παχύσαρκα άτομα ;

Απαντήσεις  σε αυτά τα ερωτήματα αναφέρονται στη διεθνή βιβλιογραφία.

Φαίνεται πως αυτός ο πρωτεϊνικός παράγοντας, ο οποίος εμπλέκεται στην ινωδόλυση διαφοροποιείται με την παχυσαρκία και την αναλογία μεταξύ υποδόριου και σπλαχνικού λίπους λευκού και φαιού.

Λαμβάνοντας υπόψη ότι στην περίπτωση της COVID-19 έχουμε δημιουργία θρομβωτικών επεισοδίων σε κάποια εκ των περιστατικών, ποιος είναι ο ρόλος αυτών των ουσιών στους παχύσαρκους, όπως π.χ. στις περιπτώσεις του μεταβολικού συνδρόμου, στην εξέλιξη και τη βαρύτητα της νόσου σε γονιδιακά προσδιορισμένους ασθενείς;

Βέβαια δεν θα πρέπει να μη λάβουμε υπόψη μας πως εκφράζονται μερικά από τα γονίδια της παχυσαρκίας τα οποία πολλά εξ αυτών έχουν ήδη μελετηθεί.

Ίσως λοιπόν η παχυσαρκία αποτελεί έναν επιπρόσθετο παράγοντα διεύρυνσης και άλλων βιοχημικών φαινομένων και διεργασιών που απαντώνται στη νόσο COVID-19.

Η παραγωγή και η έκκριση τροποποιητών της φλεγμονής επηρεάζεται από γενετικούς παράγοντες μέσω γονιδίων που κωδικοποιούν προφλεγμονώδεις ή αντιφλεγμονώδεις ουσίες. Έστω και μικρές αλλαγές στα γονίδια που κωδικοποιούν τις κυττοκίνες φαίνεται να επηρεάζουν τη δυνατότητα του οργανισμού στη σύνθεση και έκκριση αυτών των ουσιών και πιθανά να είναι η αιτία του πολυμορφισμού των δράσεων των κυτταροκινών (ΤNF-a, lymphotoxin alpha, ιντερλευκίνη 6, ιντερλευκίνη 8 και ιντερλευκίνη 1 και κάθε διαταραχή στην παραγωγή των κυτταροκινών μάλλον εμπλέκεται με διάφορες παθήσεις, όπως και με αυτοάνοσα νοσήματα, άλλες παθολογίες και φλεγμονές.

Θα πρέπει τελικά να ληφθεί υπόψη, στα πλαίσια της διαταραγμένης ανοσοαπάντησης στη μόλυνση από τον νέο κορωνοϊό στην COVID-19,  σε ορισμένους ασθενείς, η πιθανή συμμετοχή της παραγωγής και έκκρισης των κυτταροκινών και των άλλων ουσιών, που παράγονται στον λιπώδη ιστό, ίσως σε μεγαλύτερες ποσότητες σε παχύσαρκα άτομα. Αν αυτό συμβαίνει, πιθανώς να οφείλεται και σε γενετικούς παράγοντες.