Οι έγκυες που αυξάνουν την κατανάλωση φυτικών ινών κατά 5 γραμμάρια την ημέρα-το ισοδύναμο δυο φετών ψωμιού ολικής αλέσεως-μπορεί ενδεχομένως να μειώσουν τον κίνδυνο εμφάνισης προεκλαμψίας κατά 14% περίπου, ανακοίνωσαν ερευνητές.

Η προεκλαμψία είναι σοβαρή και πιθανόν μοιραία επιπλοκή της εγκυμοσύνης και χαρακτηρίζεται από υψηλή αρτηριακή πίεση, γρήγορη αύξηση βάρους και πρωτεΐνη στα ούρα, μετά από 20 μήνες κύησης. Πριν την πάθηση μπορεί να προϋπάρχουν σημαντικές αλλαγές των λιπιδίων αίματος.

Ωστόσο, ο Dr. Chunfang Qiu, του σουηδικού ιατρικού κέντρου στο Σιάτλ της Ουάσιγκτον και οι συνεργάτες του, ανακάλυψαν ότι η υψηλή πρόσληψη φυτικών ινών πριν και κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μείωσε σημαντικά τον κίνδυνο προεκλαμψίας σε 1.538 γυναίκες που παρακολουθήθηκαν κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης τους.

Η ερευνητική ομάδα, με επικεφαλής τον Dr. Qiu συγκέντρωσε στοιχεία για την κατανάλωση φυτικών ινών σε διάστημα 3 μηνών, 1538 εγκύων. Από αυτές, 64 εμφάνισαν προεκλαμψία. Οι γυναίκες που ανέφεραν ότι κατανάλωναν τουλάχιστον 21,2 γραμμάρια ινών την ημέρα, σε σύγκριση με αυτές που έτρωγαν λιγότερα από 11,9 γραμμάρια είχαν 67% λιγότερες πιθανότητες να εμφανίσουν προεκλαμψία, αναφέρουν οι ερευνητές στο περιοδικό ‘American Journal of Hypertension’.

Υπολόγισαν ότι κάθε αύξηση κατά 5 γραμμάρια στην καθημερινή πρόσληψη ινών συνδεόταν με μείωση του κινδύνου προεκλαμψίας κατά 14%.

Η σχέση ίσχυε και μετά από τον υπολογισμό άλλων παραγόντων που ενδεχομένως σχετίζονται με την προεκλαμψία, όπως η συνολική πρόσληψη ενέργειας, η ηλικία της μητέρας, η φυλή, ο αριθμός τοκετών και το σωματικό βάρος πριν από την εγκυμοσύνη.

Επιπλέον, γυναίκες με την υψηλότερη πρόσληψη ινών είχαν τριγλυκερίδια σχεδόν κατά 12 μονάδες χαμηλότερα και λιποπρωτείνες υψηλής πυκνότητας περισσότερο από 2,6 μονάδες υψηλότερα, σε σχέση με τις γυναίκες που είχαν τη χαμηλότερη πρόσληψη ινών.

Αν ληφθούν όλα υπόψη, τα αποτελέσματα υποδεικνύουν σημαντικά οφέλη για την υγεία από αυξημένη πρόσληψη ινών πριν και κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, καταλήγουν οι ερευνητές.

Η έρευνα δημοσιεύεται στο 'American Journal of Hypertension'.

Πηγές: 'American Journal of Hypertension'