Συγκεχυμένα είναι τα αποτελέσματα έρευνας αναφορικά με την αποδοχή ή μη του εμβολιασμού σε διεθνές επίπεδο. Σε άλλες περιοχές, η αποδοχή είναι σχεδόν καθολική και σε άλλες υπάρχει σοβαρός σκεπτικισμός ή απόρριψη.

Σε πρόσφατη έρευνα που πραγματοποιήθηκε ("Global Attitudes on a Covid-19 Vaccine"), η ετοιμότητα εμβολιασμού καταγράφει αυξητικές τάσεις αποδοχής σε χώρες όπως Γερμανία, Μεξικό και Νότια Αφρική.

Οι Γερμανοί υπέρ του εμβολίου

Στην έρευνα της Ιpsos με περισσότερους από 18.000 ερωτηθέντες από 15 χώρες, η οποία πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ, το 69% των Γερμανών δήλωσαν τον Οκτώβριο ότι θα εμβολιάζονταν εάν ένα εμβόλιο κατά του κορωνοιού ήταν διαθέσιμο – ποσοστό που αντιστοιχεί σε δύο ποσοστιαίες μονάδες περισσότερο συγκριτικά με τρεις μήνες νωρίτερα.

30% των ερωτηθέντων δεν θέλουν πάραυτα να εμβολιαστούν. Τα δεδομένα της έρευνας συλλέχθηκαν πριν αρκετές φαρμακευτικές εταιρείες ανακοινώσουν τα επιτυχή αποτελέσματα στην ανάπτυξη εμβολίων το Νοέμβριο.

Διστακτικότητα και ενστάσεις

Στις περισσότερες άλλες χώρες που ερευνήθηκαν, η ετοιμότητα εμβολιασμού μειώνεται αισθητά. Υπάρχουν επίσης μεγάλες διαφορές αναφορικά με το πότε θα εμβολιαστεί κάποιος όταν το εμβόλιο κατά της Covid-19 είναι διαθέσιμο σε όλους.

Ερωτηθείς κάποιος πόσο γρήγορα θα έκανε το εμβόλιο εάν ήταν διαθέσιμο, πολλοί ερωτηθέντες παρουσιάζονται μάλλον διστακτικοί. Στη Γερμανία, ένας στους τέσσερις ερωτηθέντες (23%) δεν θα εμβολιαζόταν αμέσως μόλις ένα εμβόλιο ήταν διαθέσιμο.

Περίπου οι μισοί από τους Γερμανούς πολίτες (47%) δεν θα ήθελαν να περιμένουν τουλάχιστον τρεις μήνες, ενώ τα δύο τρίτα αυτών (66%) σχεδιάζουν να εμβολιαστούν εντός του έτους μετά την έγκριση και παράδοση εμβολίου.

Μόνο μια μικρή μειοψηφία πάντως των ερωτηθέντων σκοπεύει να περιμένει περισσότερο από ένα χρόνο (5%) ή ακόμα και περισσότερο από δύο χρόνια (6%) πριν εμβολιαστεί κατά της Covid-19, ενώ σχεδόν ένας στους τέσσερις (23%) δεν είναι σίγουρος.

Ιδιαίτερα επιφυλακτικοί οι Γάλλοι

Σε διεθνή κλίμακα, η γενική προθυμία για εμβολιασμό είναι υψηλότερη στην Ινδία (87 %), την Κίνα (85%) και τη Νότια Κορέα (83%). Ωστόσο, ο αριθμός αυτός έχει αλλάξει πολύ στην Κίνα από την τελευταία έρευνα, καθώς τρεις μήνες νωρίτερα σχεδόν κάθε Κινέζος (97%) θα ήθελε να εμβολιαστεί.

Η αποδοχή ενός εμβολίου πάντως είναι χαμηλότερη στη Γαλλία: 54% των ερωτηθέντων θα επέλεγαν σήμερα να εμβολιαστούν (- 5 ποσοστιαίες μονάδες), ενώ σχεδόν το ήμισυ των Γάλλων (46%) θα απέρριπτε αυτή την επιλογή.

Σε άλλες χώρες, όπως η Αυστραλία (- 5 ποσοστιαίες μονάδες), η Ισπανία ( - 8) ή η Βραζιλία (- 8), η προθυμία των πολιτών να εμβολιαστούν μειώνεται επίσης αισθητά.

Μόνο τρία από τα 15 κράτη που συμμετείχαν στην έρευνα καταγράφουν αύξηση στην αποδοχή του εμβολιασμού από την τελευταία έρευνα τον Αύγουστο, παρόλα αυτά σε μικρό βαθμό: στη Γερμανία (+2 ποσοστιαίες μονάδες), το Μεξικό (+3) και τη Νότια Αφρική (+4).

Λόγοι απόρριψης του εμβολιασμού

Τα κίνητρα και οι αιτίες για την απόρριψη εμβολιασμού σε τμήματα του πληθυσμού είναι πολλά. Στη Γερμανία, το ένα τρίτο των ερωτηθέντων που δεν προτίθενται να εμβολιαστούν κατά της Covid-19 φοβούνται ότι το εμβόλιο αυτό διέρχεται πολύ σύντομα από τη φάση της κλινικής δοκιμής  (33%).

Τρεις στους δέκα ερωτηθέντες σε αυτή την ομάδα (30%) φοβούνται πιθανές παρενέργειες. Ποσοστό 15% εκφράζει αμφιβολία αν το εμβόλιο αυτό θα είναι αποτελεσματικό. Ένας στους δέκα  απορρίπτει ουσιαστικά τα εμβόλια (10%) ή πιστεύει ότι ο κίνδυνος μόλυνσης από κορωνοιό είναι μάλλον χαμηλός (9%).

Ταυτότητα έρευνας

Στην  διαδικτυακή έρευνα έλαβαν μέρος συνολικά 18.526 άτομα σε 15 χώρες απ΄ όλο τον κόσμο. Στον Καναδά, τη Νότια Αφρική και τις ΗΠΑ, οι ερωτηθέντες ήταν μεταξύ 18  - 64 ετών, και σε όλες τις άλλες χώρες μεταξύ 16 - 64 ετών.

Περίπου 2.000 άτομα ρωτήθηκαν στις ΗΠΑ και περίπου 1.500 στη Γερμανία, τη Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο, την Ιταλία και την Ισπανία.

Στην Αυστραλία, τη Βραζιλία, την Κίνα, την Ινδία, την Ιαπωνία, τον Καναδά, το Μεξικό, τη Νότια Αφρική και τη Νότια Κορέα, το δείγμα περιελάμβανε περίπου 1000 άτομα.

Σε δέκα από τα συνολικά 15 κράτη που μελετήθηκαν, τα δείγματα μπορούν να θεωρηθούν αντιπροσωπευτικά του ενήλικου πληθυσμού κάτω των 75 ετών.