Πολλαπλά προβλήματα στην υγεία μπορεί να φέρει η δυσλειτουργία των παραθυρεοειδών αδένων. Ένα από αυτά είναι η οστεοπόρωση, η οποία αποτελεί ένδειξη για παραθυρεοειδεκτομή, δηλαδή για χειρουργική αφαίρεση εκείνου του αδένα (ή των αδένων) που δεν λειτουργεί φυσιολογικά, προκειμένου να απαλλαγεί ο ασθενής από τη μεταβολική νόσο των οστών. Έχει βρεθεί από μελέτες ότι η εγχείρηση αυτή βελτιώνει την οστική πυκνότητα είτε ακολουθείται από φαρμακευτική αγωγή είτε όχι.

Όπως μας εξηγεί ο Καθηγητής Χειρουργικής της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και Διευθυντής της Χειρουργικής Κλινικής στον Όμιλο ΥΓΕΙΑ, κ. Δημήτρης Λινός, ο ρόλος των τεσσάρων παραθυρεοειδών αδένων, που βρίσκονται στον λαιμό πίσω από τον θυρεοειδή αδένα, είναι η ρύθμιση των επιπέδων ασβεστίου στο σώμα. Μέσω της έκκρισης της παραθυρεοειδούς ορμόνης (PTH), ρυθμίζουν την ποσότητα του ασβεστίου που θα απορροφηθεί μόλις προσληφθεί μέσω της διατροφής, πώς αυτή θα κατανεμηθεί στο σώμα και πόση ποσότητα θα αποβληθεί μέσω του ουροποιητικού συστήματος. Ελέγχει δηλαδή και πόσο ασβέστιο αποθηκεύεται στα οστά.

Στον πρωτοπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό ένας ή περισσότεροι παραθυρεοειδείς αδένες λειτουργούν αυτόνομα και παράγουν υψηλά επίπεδα PTH. Το αποτέλεσμα είναι η σημαντική αύξηση των επιπέδων ασβεστίου στο αίμα (υπερασβεστιαιμία).

Η πάθηση εμφανίζεται συχνότερα σε άτομα 50 - 65 ετών, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν μπορεί να παρουσιαστεί σε οποιαδήποτε ηλικία, ακόμα και σε παιδιά. Οι γυναίκες είναι συχνότερα “θύματα” του υπερπαραθυρεοειδισμού, αφού νοσεί διπλάσιος ή ακόμα και τριπλάσιος αριθμός συγκριτικά με τους άνδρες ασθενείς. Πρόκειται για μια συχνή ενδοκρινική διαταραχή που τελευταία παρουσιάζει σημαντική αύξηση, εν μέρει λόγω των τυχαίων διαγνώσεων από τις συνήθεις εργαστηριακές εξετάσεις. Υπολογίζεται ότι επηρεάζει 1 - 7 ανά 1.000 ενήλικες.

Η νόσος δεν εκδηλώνεται με τον ίδιο τρόπο σε όλους τους ασθενείς. Σε άλλους μπορεί να προκαλέσει ασήμαντα ή καθόλου συμπτώματα και σε άλλους συμπτώματα που επηρεάζουν την ποιότητα ζωής τους. Για παράδειγμα, τα υψηλά επίπεδα ασβεστίου στο αίμα μπορεί να προκαλέσουν:

Nεφρολιθίαση, η οποία επηρεάζει το 15% - 20% των νεοδιαγνωσθέντων ασθενών.
Kαρδιαγγειακά προβλήματα, στα οποία περιλαμβάνεται η υπέρταση, οι αρρυθμίες, η κοιλιακή υπερτροφία, καθώς και αγγειακή / βαλβιδική ασβεστοποίηση.
Nευρομυϊκά συμπτώματα, όπως κόπωση και αδυναμία, και
Nευρογνωστικά συμπτώματα, με τους ασθενείς να παρουσιάζουν λήθαργο, κατάθλιψη, ψύχωση, μειωμένη κοινωνική αλληλεπίδραση και γνωστική δυσλειτουργία.
«Όταν ένας ή περισσότεροι παραθυρεοειδείς αδένες είναι υπερδραστήριοι, τα οστά απελευθερώνουν συνεχώς ασβέστιο στο αίμα. Η περίσσεια του ασβεστίου αυτού δεν χάνεται αλλά παραμένει στο αίμα, προκαλώντας αυτές τις παθήσεις και τα συμπτώματα», διευκρινίζει ο κ. Λινός, ο οποίος έχει διατελέσει Πρόεδρος της Διεθνούς Εταιρείας Χειρουργών των Ενδοκρινών Αδένων.

Συνέπεια αυτής της απελευθέρωσης ασβεστίου από τα οστά είναι η οστεοπόρωση, η οποία αυξάνει τον κίνδυνο κατάγματος στους ασθενείς. Αυτό συμβαίνει γιατί όταν τα οστά έχουν χάσει μέρος του ασβεστίου τους γίνονται πιο λεπτά και εύθραυστα. Οι ηλικιωμένες γυναίκες με πρωτοπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό, κινδυνεύουν να υποστούν κάταγμα περισσότερο από όλους, αφού συγκεντρώνουν και τους 3 παράγοντες εμφάνισης της οστεοπόρωσης: την υπερβολική έκκριση παραθορμόνης, την προχωρημένη ηλικία και την έλλειψη οιστρογόνων.

Όλοι οι ασθενείς με υπερπαραθυρεοειδισμό θα διαγνωστούν με οστεοπόρωση εάν δεν αφαιρεθούν οι παραθυρεοειδείς αδένες που υπερλειτουργούν. Έχει αποδειχθεί ότι η παραθυρεοειδεκτομή διακόπτει την ταχεία και συνεχή αποδόμηση των οστών, επιτρέποντας την έναρξη της ίασής τους.

Ερευνητές στο Πανεπιστήμιο της Βόρειας Σουηδίας μελέτησαν την οστική πυκνότητα μετεμμηνοπαυσιακών γυναικών (μέσης ηλικίας 63 ετών) με πρωτοπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό πριν από την παραθυρεοειδεκτομή και ένα χρόνο μετά από αυτήν και βρήκαν σημαντική αύξηση της οστικής πυκνότητας στο ισχίο και στη μέση ένα χρόνο αργότερα.

Μια άλλη πρόσφατη διπλή, τυφλή, τυχαιοποιημένη και ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη ασθενών με υπερπαραθυρεοειδισμό και οστεοπόρωση, που παρουσιάστηκε στο 22ο Ευρωπαϊκό Ενδοκρινολογικό Συνέδριοπου πραγματοποιήθηκε διαδικτυακά 5-9 Σεπτεμβρίου 2020, συνέκρινε τις επιδράσεις της αφαίρεσης του παραθυρεοειδούς αδένα που δημιουργούσε προβλήματα με τη παραθυρεοειδεκτομή σε συνδυασμό με φαρμακευτική αγωγή (ζολεδρονικό οξύ) στην ανακατασκευή της πυκνότητας των οστών. Διαπίστωσε ότι δύο χρόνια μετά την επέμβαση η μέτρηση της οστικής πυκνότητας αυξήθηκε, τόσο με όσο και χωρίς μετεγχειρητική φαρμακευτική αγωγή. Ωστόσο, βελτιώθηκε σημαντικά περισσότερο όταν συνδυάστηκε με τα φάρμακα.

«Η χειρουργική πρακτική του παρελθόντος πρόσταζε η παραθυρεοειδεκτομή να γίνεται με ανοιχτή χειρουργική προσέγγιση. Μέσω μιας μεγάλης τομής στο λαιμό ο χειρουργός έβλεπε και τους 4 παραθυρεοειδείς αδένες και αφαιρούσε τον μεγαλύτερο. Σήμερα η εγχείρηση αυτή γίνεται με τεχνικές ελάχιστης επεμβατικότητας, οι οποίες πραγματοποιούνται με τομή μόλις 1-3 εκ. και τοπική ή ολική αναισθησία, προσφέροντας στον ασθενή ελαχιστοποίηση του πόνου, μειωμένο χρόνο επέμβασης και ανάρρωσης, λιγότερες πιθανότητες επιπλοκών και βελτιωμένο αισθητικό αποτέλεσμα. Τα δε ποσοστά επιτυχίας αγγίζουν σχεδόν το 100%. Επιπλέον, το χαμηλότερο κόστος της ελάχιστα επεμβατικής χειρουργικής προσέγγισης συγκριτικά με την ανοιχτή, αποτελούν άλλο ένα πλεονέκτημά της, μας εξηγεί ο κ. Δημήτρης Λινός και καταλήγει «Επειδή ο πρωτοπαθής υπερπαραθυρεοειδισμός είναι συχνά μια σιωπηλή νόσος και υποδιαγιγνώσκεται ακόμα και σήμερα, οι μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με οστεοπόρωση θα πρέπει να ελέγχουν τις τιμές του ασβεστίου, παραθορμόνης, επιπέδου βιταμίνης D, πάντοτε κάτω από την καθοδήγηση του ενδοκρινολόγου».