Η σεξουαλική δυσλειτουργία συχνά συνοδεύει τη μετάβαση στην εμμηνόπαυση. Ωστόσο δεν έχουν όλες οι γυναίκες την ίδια εμπειρία. Νέα έρευνα εντόπισε τους παράγοντες που επηρεάζουν τον κίνδυνο μιας γυναίκας να εμφανίσει σεξουαλική δυσλειτουργία και να διαπιστώσει την αποτελεσματικότητα της ορμονοθεραπείας στη μείωση του κινδύνου και της τροποποίησης της σεξουαλικής συμπεριφοράς.

Αν και οι εξάψεις είναι το πιο κοινό σύμπτωμα της εμμηνόπαυσης, η μετάβαση σε αυτή συχνά συνοδεύεται από άλλα θέματα όπως αλλαγές που επηρεάζουν τη λίμπιντο μιας γυναίκας, σεξουαλική ικανοποίηση και  γενική σεξουαλική συμπεριφορά.

Καθώς η ορμονική θεραπεία είναι η πιο αποτελεσματική αγωγή που βοηθά τις γυναίκες να ελέγξουν τα συμπτώματα της εμμηνόπαυσης, αυτή ήταν το επίκεντρο νέας έρευνας που σχεδιάστηκε για να διαπιστώσει γιατί ορισμένες γυναίκες έχουν μεγαλύτερη σεξουαλική δυσλειτουργία από άλλες.

Η έρευνα έγινε σε 200 γυναίκες 45 έως 55 ετών και ανακάλυψε ότι γυναίκες με ανώτερη και ανώτατη εκπαίδευση  είχαν μεγαλύτερο αριθμό συντρόφων και ήταν λιγότερο πιθανό να έχουν σεξουαλική δυσλειτουργία. Αντίθετα, γυναίκες με πιο αγχώδεις συμπεριφορές κατά τη σεξουαλική δραστηριότητα και όσες είχαν σοβαρότερα συμπτώματα εμμηνόπαυσης είχαν μεγαλύτερο κίνδυνο σεξουαλικής δυσλειτουργίας.

Η ορμονική θεραπεία δεν φάνηκε να μετριάζει τον κίνδυνο σεξουαλικής δυσλειτουργίας ούτε έπαιζε σημαντικό ρόλο στον καθορισμό σεξουαλικών συμπεριφορών. Αυτές οι γυναίκες είχαν καλύτερη εικόνα σώματος, καλύτερη σεξουαλική λειτουργία-εκτός από την επιθυμία- καλύτερη ποιότητα σχέσεων και λιγότερα παράπονα για τη σεξουαλική τους ζωή.

H έρευνα δημοσιεύτηκε στο Menopause.

Πηγές: Menopause.