Οι πιθανότητες ενός εφήβου να εμφανίσει μέτρια έως σοβαρή ακμή μπορεί ενδεχομένως να εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το οικογενειακό ιστορικό τους, σύμφωνα με νέα έρευνα.

Οι περισσότεροι έφηβοι έχουν περιστασιακά ξεσπάσματα ακμής, με κύριο ένοχο τις ορμονικές αλλαγές στην εφηβεία, ιδιαίτερα την αύξηση της τεστοστερόνης. Ωστόσο, ορισμένοι έφηβοι και ενήλικες εμφανίζουν περισσότερο έντονη ακμή που μπορεί ενδεχομένως να χρειάζεται φαρμακευτική αγωγή.

Δεν είναι σαφής η αιτία που ορισμένοι έφηβοι έχουν την τάση να εμφανίζουν περισσότερο σοβαρή ακμή. Τα ευρήματα από έρευνα που έγινε σε 1.000 μαθητές λυκείου υποδεικνύουν ότι ενδεχομένως ευθύνεται το οικογενειακό ιστορικό.

Οι ερευνητές ανακάλυψαν ότι 14% των μαθητών είχαν μέτρια έως σοβαρή ακμή, με την εμφάνιση να ποικίλλει ευρέως ανάλογα με το οικογενειακό ιστορικό. Στους εφήβους των οποίων οι γονείς ή τα αδέρφια είχαν κάποτε μέτρια έως σοβαρή ακμή, ποσοστό 20% είχε το ίδιο πρόβλημα.

Αντίθετα, το ποσοστό έφτανε στο 10% στους εφήβους χωρίς οικογενειακό ιστορικό, αναφέρουν οι ερευνητές στο περιοδικό ‘Journal of Investigative Dermatology.’

Τα ευρήματα δείχνουν προς την κατεύθυνση της σημασίας των γενετικών παραγόντων σχετικά με το αν ένας έφηβος θα εμφανίσει περισσότερο σοβαρή μορφή ακμής, σύμφωνα με τον ερευνητή Δρ. Χρήστο Ζουμπούλη, του Ιατρικού Κέντρου Dessau της Γερμανίας.

Όπως δήλωσε, τα παιδιά γονέων που είχαν παρουσιάσει σοβαρή ακμή θα πρέπει να παρακολουθούνται σε τακτική βάση και να αντιμετωπίζονται νωρίτερα όταν εμφανίζονται τα σημάδια της ακμής.

Και το ιστορικό της μητέρας μπορεί ενδεχομένως να είναι ιδιαίτερα σημαντικό, ανακάλυψε η ερευνητική ομάδα. Οι έφηβοι των οποίων οι μητέρες είχαν κάποτε μέτρια έως σοβαρή ακμή εμφάνιζαν τριπλάσιες πιθανότητες να παρουσιάσουν το πρόβλημα σε σχέση με τους συνομήλικούς τους.

Όταν ο πατέρας είχε δερματική πάθηση, ο κίνδυνος για το παιδί διπλασιαζόταν.

Αυτό, σύμφωνα με τους ερευνητές, αυξάνει την πιθανότητα να παίζει ρόλο γενετικό χαρακτηριστικό που σχετίζεται με το χρωμόσωμα.

Όπως φάνηκε στην έρευνα, εκτός από το οικογενειακό ιστορικό υπήρχαν και άλλοι ύποπτοι παράγοντες κινδύνου για εμφάνιση ακμής. Έφηβοι με λιπαρό δέρμα, για παράδειγμα, είχαν περισσότερες πιθανότητες σε σχέση με τους συνομήλικούς τους με φυσιολογικό δέρμα να εμφανίζουν μέτρια έως σοβαρή ακμή.

Στα κορίτσια, το πρόβλημα ήταν περισσότερο πιθανό να εμφανίζεται λίγο πριν την έμμηνο ρύση. Επιπλέον, υπήρξαν ενδείξεις για υψηλότερο κίνδυνο μεταξύ των εφήβων που κατανάλωναν συχνά λιπαρές και σακχαρούχες τροφές.

Οι περισσότερες έρευνες στο παρελθόν είχαν υποδείξει ότι συγκεκριμένες τροφές παίζουν μικρό ή καθόλου ρόλο στην εμφάνιση της ακμής. Ωστόσο, ο Δρ. Ζουμπούλης δήλωσε ότι πρόσφατες έρευνες δείχνουν ότι η διατροφή μπορεί να επιδρά στη βαρύτητα της ακμής.

Πρόσθεσε ότι ακόμα δεν είναι σαφές ποιες τροφές ή συστατικά μπορεί ενδεχομένως να ευθύνονται.

Πηγές: ‘Journal of Investigative Dermatology.’