Του Στέφανου Κοτζαμάνη

Την αναγκαιότητα του να αρχίσει κάποιος ένα ασφαλιστικό συνταξιοδοτικό πρόγραμμα όσο νωρίτερα γίνεται, την έθεταν οι παράγοντες της αγοράς ακόμη και πριν το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης.

Πρώτον, γιατί ξεκινώντας σε μικρότερη ηλικία, τα κεφάλαια του ασφαλισμένου θα επανεπενδυθούν για περισσότερα χρόνια απ' ότι ενός άλλου που θα ξεκινήσει αργότερα και θα θελήσει να λάβει σύνταξη στο ίδιο έτος της ηλικίας του.

Και δεύτερον, επειδή ο πελάτης θα αποταμιεύει για περισσότερα χρόνια, θα έχει τη δυνατότητα είτε να διεκδικήσει υψηλότερη σύνταξη, είτε να καταβάλλει σαφώς μικρότερο ποσό κάθε μήνα στην ασφαλιστική του εταιρεία. Με τη βοήθεια του υπολογιστή της ασφαλιστικής εταιρείας MetLife-Alico, πήραμε το παράδειγμα ενός εργαζόμενου που εισπράττει 15.000 ευρώ το χρόνο, επιθυμεί να λαμβάνει ως σύνταξη το 40% του εισοδήματός του από το 65ο έτος της ηλικίας του, δεν έχει σήμερα καθόλου αποταμιεύσεις και υποθέτουμε ότι για τα επόμενα χρόνια η μέση αποπληθωρισμένη απόδοση του χαρτοφυλακίου της ασφαλιστικής εταιρείας θα είναι 3% (5% η μέση ονομαστική, μείον 2% ο μέσος πληθωρισμός).

Το ποσό που θα εισπράξει ο ασφαλισμένος θα προστεθεί στη σύνταξη που θα λαμβάνει μέσω της κοινωνικής του ασφάλισης. Σε μια τέτοια περίπτωση, ο πελάτης που θα ξεκινήσει το πρόγραμμα στο 25ο έτος της ηλικίας του θα πρέπει να καταβάλλει ασφάλιστρα 126 ευρώ μηνιαίως. Αν αντίθετα ο ίδιος πελάτης ξεκινήσει το συνταξιοδοτικό του πρόγραμμα στο 30ο έτος, θα πρέπει να πληρώνει 157 ευρώ μηνιαίως, αν στο 35ο έτος 199 ευρώ μηνιαίως και αν τέλος ξεκινήσει το ασφαλιστικό πρόγραμμα στο 40ο έτος της ηλικίας του, τότε θα πρέπει να αποταμιεύει και να καταβάλει στην εταιρεία 258 ευρώ το μήνα. Καθόλου εύκολη υπόθεση... Τα ετήσια ασφάλιστρα επίσης, θα μπορούσαν να μειωθούν σε περίπτωση που ο πελάτης διαθέτει ήδη κάποιο ποσό αποταμιεύσεων, πριν ξεκινήσει το πρόγραμμά του. Όσο μεγαλύτερες αποταμιεύσεις διαθέτει, τόσο μικρότερο ασφάλιστρο θα πρέπει να καταβάλει για να έχει το ίδιο εισόδημα από το 65ο έτος της ηλικίας του και μετά.

Ας πάρουμε για παράδειγμα έναν πελάτη με ετήσιο εισόδημα 12.000 ευρώ, που επιθυμεί - πέρα από την κοινωνική του σύνταξη- να έχει εισόδημα στο 65ο έτος της ηλικίας του ίσο με το 40% του σημερινού και μπορεί να καταβάλει στην ασφαλιστική εταιρεία 100 ευρώ μηνιαίως. Αν υποθέσουμε και πάλι πως η μέση ετήσια αποπληθωρισμένη απόδοση του χαρτοφυλακίου θα είναι 3%, τότε ο πελάτης αυτός:

α) δεν χρειάζεται να έχει καμιά αποταμίευση αν ξεκινήσει το πρόγραμμα στο 25ο του έτος
β) χρειάζεται γύρω στα 15.000 ευρώ αποταμίευση αν ξεκινήσει στο 35ο έτος της ηλικίας του
γ) πρέπει να διαθέτει 24.000 ευρώ αν ξεκινήσει στο 40ο έτος της ηλικίας του
δ) 32.500 ευρώ αν ξεκινήσει στο 45ο του έτος
ε) 45.000 ευρώ αποταμίευση αν ενταχθεί στο πρόγραμμα από το 50ο του έτος
στ) και 58.000 ευρώ αν πάρει τη σχετική απόφαση στο 55ο έτος της ηλικίας του.

Λόγω της οικονομικής κρίσης ωστόσο, υπάρχουν και άλλοι δύο λόγοι για τους οποίους οι πελάτες έχουν συμφέρον να αρχίσουν σε όσο το δυνατόν μικρότερη ηλικία το συνταξιοδοτικό τους πρόγραμμα. Πρώτον, η δραστική εξομάλυνση της χρονικής καμπύλης των αποδοχών. Από το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης, η ποσοστιαία μείωση στις υψηλές αποδοχές είναι σαφώς μεγαλύτερη σε σχέση με την αντίστοιχη στα χαμηλά εισοδήματα (εκτιμήσεις παραγόντων της αγοράς μιλούν για «ψαλίδι» 50% στους υψηλόμισθους, 30% στα μεσαία εισοδήματα και γύρω στο 20% στα χαμηλά.

Τι σημαίνει αυτό; Ότι σε αντίθεση με το παρελθόν, ένας νέος εργαζόμενος - με βάση τουλάχιστον τα τρέχοντα δεδομένα- δεν μπορεί να προσδοκά σε μεγάλες μελλοντικές αυξήσεις των αποδοχών του μέσω των οποίων θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει το συνταξιοδοτικό του πρόγραμμα. Και δεύτερον, σε αντίθεση με το παρελθόν, η δυνατότητα αποταμιεύσεων για τα νέα νοικοκυριά είναι πολύ πιο περιορισμένη σε σχέση με το παρελθόν, άρα για το σημερινό άτομο των 30 ετών προβλέπεται πως πολύ δύσκολα θα βρεθεί στο 50ο έτος της ηλικίας του με αποταμιεύσεις αρκετών δεκάδων χιλιάδων ευρώ.

Πώς μεταφράζονται οι δύο παραπάνω παράγοντες στην πράξη; Ότι η μέση ελληνική οικογένεια δεν μπορεί με βάση τα τρέχοντα δεδομένα να ελπίζει βάσιμα πως σε κάποια χρόνια θα εισπράττει πολύ μεγαλύτερα εισοδήματα από σήμερα και πως θα έχει καταφέρει να συγκεντρώσει μεγάλες αποταμιεύσεις. Άρα, δεν θα είναι σε θέση να καταβάλει ασφάλιστρα της τάξεως των 200 και των 300 ευρώ μηνιαίως που θα απαιτούνται αν θα ήθελε να ξεκινήσει αργότερα το συνταξιοδοτικό του πρόγραμμα. Μονόδρομος λοιπόν είναι το πρόγραμμα να ξεκινήσει από ενωρίς.

Οι προκλήσεις και η Πολιτεία

Βέβαια, πολύ συχνά το ξεκίνημα ενός συνταξιοδοτικού προϊόντος δεν είναι εύκολη υπόθεση. Πρώτα απ' όλα λόγω του πολύ μεγάλου ποσοστού ανεργίας που πλήττει τους νέους εργαζόμενους και φυσικά εξ' αιτίας των χαμηλότερων αμοιβών και των ελαστικών σχέσεων εργασίας. Εδώ έρχεται ο ρόλος του κράτους που -σύμφωνα τουλάχιστον με τους παράγοντες της αγοράς- θα πρέπει να δώσει φορολογικά κίνητρα: α) στα ιδιωτικά ασφαλιστικά προγράμματα β) στα ομαδικά ασφαλιστικά συμβόλαια των επιχειρήσεων γ) στα επαγγελματικά ταμεία, των οποίων το θεσμικό πλαίσιο θα πρέπει να βελτιωθεί. Αντ' αυτού η κυβέρνηση δείχνει διατεθειμένη να μηδενίσει τα όποια προϋπάρχοντα (πενιχρά) κίνητρα, σε μια προσπάθεια δημιουργίας θετικού πρωτογενούς πλεονάσματος στον προϋπολογισμό.

Πηγές:
Euro2day

Προσθέστε το iatronet.gr στο Discover

Ειδήσεις υγείας σήμερα
Νέα δεδομένα: Όφελος από μονοκλωνικό αντίσωμα στο πρώιμο Αλτσχάιμερ
Βρουξισμός: Γιατί σφίγγουμε ή τρίζουμε τα δόντια μας
Ελάχιστα επεμβατική χειρουργική: Λιγότερο τραύμα, μεγαλύτερη ασφάλεια, ταχύτερη ανάρρωση