Κόντρα στην επιθυμία των Ελλήνων να διακόψουν την καπνιστική συνήθεια, πηγαίνει η ανικανότητα της πολιτείας να εφαρμόσει τον αντικαπνιστικό νόμο.

Αν και ο αριθμός των καπνιστών μειώνεται σημαντικά τα τελευταία χρόνια, μεγάλα ποσοστά πληθυσμού εκτίθενται στο παθητικό κάπνισμα σε εργασιακούς και χώρους ψυχαγωγίας.

Ως μία “σκληρή και πολύ διαδεδομένη μορφή βίας”, χαρακτηρίζει την έκθεση στο παθητικό κάπνισμα ο Παναγιώτης Μπεχράκης (φωτό), καθηγητής Πνευμονολογίας και διευθυντής του Ινστιτούτου Δημόσιας Υγείας.

Ας δούμε αναλυτικά τι συμβαίνει στην Ελλάδα. Τα στοιχεία που δημοσιοποίησε μέσα στην εβδομάδα η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ) δείχνουν μείωση της καπνιστικής συνήθειας από το 2009 έως το 2014.

Δείχνουν, δηλαδή, ότι το ποσοστό των πολιτών ηλικίας άνω των 15 ετών που καπνίζουν καθημερινά υποχώρησε, από 31,9% το 2009 στο 27,3% το 2014 (μείωση κατά 14,4%).

Σημαντική μείωση (13,3%) παρατηρείται και στο ποσοστό των ευκαιριακών καπνιστών, το οποίο υποχώρησε στο 5,2% από 6%.

Από τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ προκύπτει ότι το ποσοστό των Ελλήνων που απέχει από την καπνιστική συνήθεια ανέρχεται στο 67,5% και είναι συντριπτικά υψηλότερο από το εκείνο των καπνιστών.

Παράλληλα, η συνολική ετήσια κατανάλωση τσιγάρων εμφανίζει μείωση κατά 45.3% στην Ελλάδα από το 2007 μέχρι σήμερα.

Παθητικό

Παρά την πλειοψηφία που έχουν στην κοινωνία, οι μη καπνιστές υφίστανται “bulling” από τους καπνιστές, καθώς υποχρεώνονται να καπνίζουν μαζί τους, χωρίς οι ίδιοι να το έχουν επιλέξει.

Συγκεκριμένα, τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν ότι το 67,4% έχει εκτεθεί το τελευταίο εξάμηνο στον καπνό του τσιγάρου σε καφέ – μπαρ και το 37,7% σε εργασιακούς χώρους.

Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι τα ποσοστά έκθεσης φτάνουν έως και στο 85,9%, στην περίπτωση που συνυπολογιστούν όσοι δεν επισκέφθηκαν καφέ – μπαρ ή εστιατόρια το τελευταίο εξάμηνο.

Νομοθεσία

Σύμφωνα με τον κ. Μπεχράκη, η εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας είναι ζήτημα πρώτης προτεραιότητας για την προστασία της Δημόσιας Υγείας.

Μεγαλύτερη ανάγκη προστασίας έχουν τα παιδιά, οι έγκυες και οι ευπαθείς ομάδες, όπως ασθενείς με άσθμα, υπέρταση, σακχαρώδη διαβήτη, καρδιαγγειακά νοσήματα, χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια και κάθε μορφή καρκίνου.

“Τελικά, το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού πληθυσμού αποκλείεται ρατσιστικά από τους χώρους εστίασης και διασκέδασης λόγω μιας ανεξήγητης “αδυναμίας” του κρατικού μηχανισμού να εφαρμόσει τους νόμους του”, αναφέρει ο καθηγητής.

Ο κ. Μπεχράκης εκτιμά ότι η Ελλάδα εμφανίζει μια ακατανόητα τριτοκοσμική συμπεριφορά στο συγκεκριμένο θέμα.

ΔΗΜ.Κ.