Μία σχετική ύφεση στον αριθμό των νέων κρουσμάτων ιλαράς, καταγράφουν τα στοιχεία του Κέντρου Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (ΚΕΕΛΠΝΟ).

Το τελευταίο επιδημιολογικό δελτίο περιλαμβάνει 38 νέα κρούσματα, σε σχέση με την προηγούμενη εβδομάδα, με τον συνολικό αριθμό των κρουσμάτων να έχει ανέλθει στα 3.103.

Την προηγούμενη εβδομάδα, είχαν καταγραφεί 49 νέα κρούσματα, με συνολικό αριθμό τα 3.065 και τέσσερις θανάτους.

Το πρόβλημα με την ιλαρά άρχισε να παρατηρείται στη νότια Ελλάδα και σε πληθυσμό αλλοδαπών. Τα τρία πρώτα κρούσματα καταγράφηκαν τον Μάιο του 2017 σε άτομα με ρουμανική υπηκοότητα.

Επεκτάθηκε, ωστόσο, και στη βόρεια χώρα, προσβάλλοντας όλο και ευρύτερες ομάδες πληθυσμού, μεταξύ των οποίων και επαγγελματίες Υγείας. Έως το τέλος του 2017, τα κρούσματα είχαν ανέλθει σε 922.

Μεταδοτικότητα

Σύμφωνα με τους ειδικούς του ΚΕΕΛΠΝΟ, τα κρούσματα ιλαράς εμφανίζονται συνήθως στο τέλος του χειμώνα και τις αρχές της άνοιξης και η νόσος είναι πιο σοβαρή σε βρέφη και ενήλικες κυρίως λόγω επιπλοκών.

H ιλαρά είναι ιογενής λοίμωξη υψηλής μεταδοτικότητας. Οφείλεται στον ομώνυμο ιό, ο οποίος εισέρχεται στον οργανισμό από το αναπνευστικό σύστημα και εγκαθίσταται στον αναπνευστικό βλεννογόνο και τους επιχώριους λεμφαδένες, όπου και πολλαπλασιάζεται.

Στη συνέχεια μεταφέρεται με τη λεμφική οδό στο αίμα και με αυτό σε διάφορα όργανα. Ο ιός απενεργοποιείται γρήγορα από τη ζέστη, το φως, το όξινο pH και τη θρυψίνη. Ο χρόνος επιβίωσής του στον αέρα ή σε επιφάνειες αντικειμένων είναι μικρότερος των δύο ωρών.

Η μετάδοση της ιλαράς γίνεται κυρίως αερογενώς από άτομο σε άτομο, με σταγονίδια που αποβάλλουν οι ασθενείς και σπανιότερα με αντικείμενα που μολύνθηκαν πολύ πρόσφατα από ρινικές και φαρυγγικές εκκρίσεις.

Επιπλοκές

Περίπου 30% των περιπτώσεων ιλαράς έχουν μια ή περισσότερες επιπλοκές που είναι συχνότερες σε παιδιά κάτω των 5 ετών και ενήλικες άνω των 20 ετών).

Οι συχνότερες επιπλοκές εμφανίζονται από το πεπτικό, αναπνευστικό και το κεντρικό νευρικό σύστημα. Από το πεπτικό εμφανίζεται διάρροια (8%) και σπανίως παροδική ηπατίτιδα.

Σοβαρότερες επιπλοκές είναι η πνευμονία ιογενής (γιγαντοκυτταρική) ή δευτεροπαθής από μικρόβια (συχνότητα 6%) η οποία αποτελεί και τη συχνότερη αιτία θανάτου, η οξεία μέση πυώδης ωτίτιδα (7%), η οξεία εγκεφαλίτιδα (0,1%) που προβάλλει με υπερπυρεξία, ανησυχία, διέγερση, θόλωση της διάνοιας, σπασμούς και κώμα.

Όλα τα άτομα που δεν έχουν νοσήσει ή δεν έχουν εμβολιασθεί είναι επίνοσα στην ιλαρά. Η φυσική νόσηση προσφέρει ισόβια ανοσία.

Βρέφη από άνοσες μητέρες είναι προστατευμένα μέχρι την ηλικία των 6 έως 9 μηνών, ανάλογα με το ποσό των μητρικών αντισωμάτων κατά την κύηση και το ρυθμό αποδόμησης τους.

Ο εμβολιασμός στην ηλικία των 12 έως15 μηνών προσφέρει ανοσία σε ποσοστό 94 έως 98%, ενώ ο επανεμβολιασμός ανεβάζει το ποσοστό στο 99%.