Περισσότερα από 50 εκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως πλήττονται από τη νόσο της επιληψίας επιβαρύνοντας ακολούθως τα συστήματα υγείας. Η εκτιμώμενη αναλογία του γενικού πληθυσμού με επιληψία (δηλαδή συνεχιζόμενες κρίσεις ή ασθενείς που έχουν την ανάγκη θεραπείας)  είναι μεταξύ 4 και 10 ατόμων ανά 1.000 άτομα. Ωστόσο, μερικές μελέτες σε χώρες με χαμηλό και μεσαίο εισόδημα αναφέρουν ότι το ποσοστό αυτό είναι υψηλότερο, μεταξύ 7 με 15 ανά 1.000 άτομα. 

Σε παγκόσμιο επίπεδο, περίπου 2,4 εκατομμύρια άνθρωποι διαγιγνώσκονται με επιληψία κάθε χρόνο. Στις χώρες υψηλού εισοδήματος, οι νέες περιπτώσεις σε ετήσια βάση κυμαίνονται μεταξύ 30 και 50 ανά 100. 000 άτομα στο γενικό πληθυσμό. Σε χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος χώρες, το ποσοστό αυτό μπορεί να είναι έως και δύο φορές υψηλότερο. Αυτό πιθανόν να οφείλεται στον αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης ενδημικών καταστάσεων, όπως είναι η ελονοσία, στην υψηλότερη συχνότητα των αυτοκινητιστικών τραυματισμών, σε τραύματα που συνδέονται με τη γέννηση, σε διαφορές στην ιατρική υποδομή, τη διαθεσιμότητα προληπτικών προγραμμάτων υγείας και στην πρόσβαση στην περίθαλψη. Πάντως, το 80% των ατόμων με επιληψία ζει σε χώρες με χαμηλό και μεσαίο εισόδημα. Ωστόσο, τα τρία τέταρτα των ατόμων με επιληψία που ζουν σε χώρες με χαμηλό και μεσαίο εισόδημα δεν λαμβάνουν τη θεραπεία που χρειάζονται.

Οι επιληπτικές κρίσεις μπορούν να ελεγχθούν. Αναφέρεται ότι το 70% των ανθρώπων που ζουν με επιληψία μπορούν με την κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή να σταματήσουν τις κρίσεις. Στις ΗΠΑ υπάρχει διαθέσιμη θεραπεία που κοστίζει μόλις 5 δολ. ετησίως. Επιπλέον, μετά από 2-5 χρόνια επιτυχούς θεραπείας, μελέτες έδειξαν ότι το 70% των παιδιών και το 60% των ενηλίκων μπορούν να σταματήσουν τη λήψη φαρμάκων και μάλιστα χωρίς επακόλουθη υποτροπή.

Η επιληψία είναι μια χρόνια μη μεταδοτική ασθένεια του εγκεφάλου που χαρακτηρίζεται από επαναλαμβανόμενες κρίσεις, που οδηγεί σε ακούσια κίνηση μέρους του σώματος (μερική) ή ολόκληρου του σώματος (γενικευμένη) και μερικές φορές συνοδεύεται από απώλεια της συνείδησης και του ελέγχου των εντέρων ή της ουροδόχου κύστης.