Απώλειες οικονομικές αλλά και διατάραξη σχέσεων με τους συνεργάτες τους κυοφορεί για τις φαρμακοβιομηχανίες το σχέδιο νόμου για την συνεχιζόμενη ιατρική εκπαίδευση που έχει επαναφέρει το Υπουργείο Υγείας. Και μπορεί να προβάλλεται από τις φαρμακοβιομηχανίες ως πηγή των αντιδράσεών τους οι ασάφειες και οι αοριστίες που χαρακτηρίζουν το σχέδιο νόμου, όμως η έντονη δυσαρέσκειά τους, όπως ακούγεται, πηγάζει από το γεγονός ότι το κράτος θα παραβιάσει μέσω αυτού του Σχεδίου ακόμη περισσότερο την ιδιωτική πρωτοβουλία και επιχειρηματικότητα ελέγχοντας τα κονδύλια που οι εταιρείες έχουν προγραμματίσει για την προώθηση των σκευασμάτων τους.

Θυμίζουμε ότι το συγκεκριμένο σχέδιο πρωτοεμφανίστηκε πέρσι, προκαλώντας τις έντονες αντιδράσεις του ιατρικού κόσμου, με τον ΙΣΑ να ζητά την απόσυρσή του.

'Οσον αφορά την φαρμακοβιομηχανία, έχει ήδη προωθήσει στο Υπουργείο Υγείας τις πρώτες της παρατηρήσεις επί κάποιων άρθρων του Σχεδίου με τις περισσότερες εξ αυτών να ζητούν διευκρινήσεις. Την ίδια στιγμή, κατά πληροφορίες, αρκετές εταιρείες μην ευελπιστώντας ότι θα ληφθούν σοβαρά υπόψη από το Υπουργείο οι παρατηρήσεις που προώθησαν τα θεσμικά τους όργανα, έχουν ήδη ενημερώσει τους ιατρικούς τους επισκέπτες ότι τα κονδύλια μάρκετινγκ και προώθησης που κατευθύνονται προς τις Ιατρικές Εταιρείες αυξάνονται έναντι αυτών που προορίζονται προς τους Επαγγελματίες Υγείας. Κάτι που βεβαίως έχει ενταθεί τα τελευταία χρόνια, φθάνοντας το 2017 να είναι 37 εκατ. προς τις Ιατρικές επιστημονικές Εταιρείες έναντι 13 εκατ. περίπου προς τους Επαγγελματίες Υγείας.

Και μπορεί τα συγκεκριμένα νούμερα να φαίνονται μεγάλα, όμως υπολείπονται σημαντικά έναντι αυτών που διατίθεντο προ του 2010, όπου τα συγκεκριμένα έξοδα (μάρκετινγκ –προώθησης) κυμαίνονταν από 10% έως και 30% επί των συνολικών εξόδων (στο συγκεκριμένο ποσοστό περιλαμβάνονται και οι ιατρικοί επισκέπτες). Όπως μας είπε χαρακτηριστικά κορυφαίος παράγοντας του κλάδου, πριν το 2010 για ένα προϊόν που είχε φθάσει σε φάση ωρίμανσης (5ετία) η εταιρεία επανεπένδυε το 30% του τζίρου του για την προώθηση του. Σήμερα κατά την ίδια πηγή, το συγκεκριμένο ποσοστό είναι μονοψήφιο, αν και η εταιρεία γνωρίζει ότι το προϊόν λόγω των περιβόητων περικοπών θα γράψει τα πρώτα χρόνια του λανσαρίσματος του ζημιές.

 Συν τις άλλοις παράγοντες από τον κλάδο της φαρμακοβιομηχανίας μας τόνισαν ότι:

- Η εφαρμογή του Σχεδίου παραγκωνίζει τις εταιρείες, καθώς δεν θα γνωρίζουν την "πορεία" των κονδυλίων που επενδύουν στην ιατρική εκπαίδευση –πως δηλαδή θα γίνεται η διαχείριση αυτών- και επίσης δεν ξεκαθαρίζει ποιοι ορίζονται ως χορηγοί και με ποια διαδικασία επιλέγεται ο εκπρόσωπος των χορηγών στην Επιτροπή Συνεχιζόμενης Ιατρικής. Επίσης στο σχέδιο νόμου δεν διευκρινίζεται αν οι χορηγοί μπορούν να υποδεικνύουν συμμετοχές, ενώ μιλά για ποσό ανά χορηγό, ενώ θα έπρεπε να προσδιορίζεται ποσό ανά θεραπευτική κατηγορία. Τα δεδομένα αυτά αναμένεται να επιτείνουν την αδιαφάνεια και όχι την διαφάνεια που επιδιώκει να πετύχει το κράτος.

- Υπάρχουν πολλές ασάφειες, όπως για παράδειγμα δεν ορίζεται αν η εφαρμογή του παρόντος περιορίζεται μόνο στους Ιατρούς ή και στους λοιπούς Επαγγελματίες Υγείας ( φαρμακοποιούς νοσηλευτές, ψυχολόγους, διατροφολόγους κ.λπ.), ενώ ειδικότερα για τους ιατρούς δεν διευκρινίζεται αν αφορά τους ιατρούς του ΕΣΥ ή και τους ιδιώτες ενώ δεν είναι σαφές αν θα υπάρχει αντιστοίχηση κάθε γιατρού με συγκεκριμένο χορηγό.

- Οι διαπιστεύσεις και πιστοποιήσεις που απαιτεί το σχέδιο νόμου γιγαντώνει την ήδη πολυδαίδαλη γραφειοκρατία με έναν τεράστιο όγκο εργασίας που ως γνωστόν μπλοκάρει την ιδιωτική πρωτοβουλία.

Φυσική απόρροια των παραπάνω κατά τα λεγόμενα στελεχών της αγοράς είναι ότι στο σύνολό τους οι εκδηλώσεις θα πρέπει να παραμείνουν στην αρμοδιότητα του ΕΟΦ, καθώς είναι σαφές ότι αφορούν εκδηλώσεις που δεν συνδέονται με την αξιολόγηση και την βαθμολογική εξέλιξη των ιατρών στο πλαίσιο της συνεχιζόμενης ιατρικής εκπαίδευσης.

Η περσινή απάντηση του ΙΣΑ στο σχέδιο νόμου

O IΣΑ έστειλε στον υπουργό Υγείας Ανδρέα Ξανθό, το πόρισμα της ειδικής Επιτροπής, η οποία επεξεργάστηκε το νομοσχέδιο του Υπουργείου Υγείας που αφορά τη συνεχιζόμενη ιατρική εκπαίδευση καθώς και τις προτάσεις των Επιστημονικών Εταιρειών.

Η Επιτροπή συνέταξε Πόρισμα, το οποίο το Δ.Σ. του Ι.Σ.Α, αποφάσισε να διαβιβάσει στο υπουργείο Υγείας, με το αίτημα να γίνει πλήρως αποδεκτό καθώς αποτελεί την έκφραση της Επιστημονικής Ιατρικής Κοινότητας, που έχει συμβάλει τα μέγιστα μέχρι σήμερα για τη συνεχιζόμενη ιατρική εκπαίδευση.

Ειδικότερα στο πόρισμα της Επιτροπής προτείνονται προς την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Υγείας τα ακόλουθα :

  1. Το ανακοινωθέν σχέδιο νομοθετικών διατάξεων να αποσυρθεί. Τούτο γιατί, το σχέδιο νομοθετικών διατάξεων, που ανακοινώθηκε προς τις Επιστημονικές Ιατρικές Εταιρείες, δεν λύει το πρόβλημα, απεναντίας το επιτείνει. Συγκεκριμένα, το προτεινόμενο σύστημα εκπαίδευσης είναι άκρως συγκεντρωτικό. Οι επιστημονικές Εταιρείες περιορίζονται μόνον σε γνωμοδοτικό ρόλο. Όλες οι διοικητικές και οργανωτικές αρμοδιότητες που σχετίζονται με την εκπαίδευση, παραμένουν στο Υπουργείο και το ΚΕΣΥ. Στις οχτώ σελίδες τού νομοσχεδίου δεν υπάρχει ούτε μία τέτοια αρμοδιότητα που εκχωρείται από το Υπουργείο στις Επιστημονικές Ιατρικές Εταιρείες, γεγονός που δεν συμβάλλει στην προαγωγή της εκπαίδευσης.
  2. Οι Επιστημονικές Ιατρικές Εταιρείες να διατηρήσουν την πλήρη επιστημονική, διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια τους, να έχουν αρμοδιότητα ως προς την προστασία των επαγγελματικών δικαιωμάτων των ιατρών – μελών τους, και να ανατεθεί σε αυτές επίσημα ουσιαστικός και αποφασιστικός ρόλος στη μεταπτυχιακή ιατρική εκπαίδευση.
  3. Να συσταθεί ένα "διεταιρικό όργανο" από τις Επιστημονικές Ιατρικές Εταιρείες Ειδικότητας, με σκοπό τη σύνταξη νέας πρότασης νόμου για τη μεταπτυχιακή ιατρική εκπαίδευση συμβατή με τα ευρωπαϊκά πρότυπα και τις κοινές προτάσεις των Ιατρικών Εταιρειών Ειδικότητας. Το εν λόγω "διεταιρικό όργανο" να λάβει νομική μορφή και να ανατεθούν σε αυτό αποφασιστικές και εκτελεστικές αρμοδιότητες στα ζητήματα της μεταπτυχιακής ιατρικής εκπαίδευσης, σε συνεργασία με την πολιτεία. Η πρόταση νόμου να κατατεθεί στο Υπουργείο Υγείας και το ΚΕ.Σ.Υ., προκειμένου ακολούθως να υποβληθεί στη Βουλή προς ψήφιση και να καταστεί νόμος του κράτους.