Η διαβητική νευροπάθεια (διαβητική πολυνευροπάθεια) είναι ένα είδος βλάβης των νεύρων που εμφανίζεται σε ασθενείς με διαβήτη. Πρόκειται για μία νευρολογική πάθηση που είναι επιπλοκή του διαβήτη και μπορεί να εμφανιστεί στο 50% των διαβητικών.

Τα αυξημένα ποσοστά σακχάρου (γλυκόζης) μπορούν να προκαλέσουν βλάβες σε νεύρα σε κάθε σημείο του οργανισμού. Στη διαβητική νευροπάθεια αυτό συμβαίνει πιο συχνά στα πόδια.

Τα συμπτώματά της διαβητικής νευροπάθειας ποικίλουν ανάλογα με το σημείο εμφάνισης και τη σοβαρότητα της νευρολογικής βλάβης. Ενώ σε ορισμένους ασθενείς τα συμπτώματα είναι ήπια, σε άλλους η διαβητική νευροπάθεια προκαλεί εντονότατους πόνους και δεν τους επιτρέπει να ανταποκρίνονται στις καθημερινές τους δραστηριότητες.

Τα συμπτώματα της διαβητικής νευροπάθειας συνήθως ξεκινούν με πόνο και μερική απώλεια αίσθησης (μούδιασμα) στα άκρα, με τα συμπτώματα να επεκτείνονται έως και σε δυσλειτουργίες του καρδιαγγειακού, του πεπτικού και του ουροποιητικού συστήματος.

Αρχικά αντιμετωπίζεται με φαρμακευτική αγωγή. Σε αρκετές περιπτώσεις χρειάζεται επεμβατική αντιμετώπιση που προσφέρει σημαντικότατη βελτίωση της ποιότητας ζωής του ασθενή καθώς ο πόνος είτε σταματά είτε μειώνεται αισθητά, ενώ ταυτοχρόνως δεν υπάρχουν οι επιπλοκές στον οργανισμό του από τη μακροχρόνια χρήση αναλγητικής αγωγής.

Η διαβητική νευροπάθεια κατηγοριοποιείται σε τέσσερις βασικούς τύπους:

Περιφερική διαβητική νευροπάθεια

Η περιφερική νευροπάθεια είναι η πιο συχνά εμφανιζόμενη διαβητική νευροπάθεια και συνήθως αφορά αρχικά τα κάτω άκρα και στη συνέχεια τα άνω άκρα.

Στα συμπτώματα, που είναι συνήθως πιο έντονα τη νύχτα, περιλαμβάνονται:

  • οξύς πόνος ή κράμπες
  • μερική απώλεια της αίσθησης των αλλαγών θερμοκρασίας ή πρόκλησης πόνου
  • μούδιασμα ή αίσθηση καψίματος
  • αυξημένη ευαισθησία σε κάθε επαφή με το δέρμα (για ορισμένους ασθενείς, ακόμα και το βάρος του σεντονιού στο κρεβάτι, προκαλεί πόνο)
  • μυϊκή αδυναμία
  • δυσλειτουργία στο συντονισμό κινήσεων
  • λοιμώξεις και πιο σπάνια έλκη (πληγές που δεν επουλώνονται) στα πόδια
  • παραμορφώσεις στα οστά και τις αρθρώσεις (σπανίως)

Αυτόνομη διαβητική νευροπάθεια

Η αυτόνομη νευροπάθεια προσβάλλει το αυτόνομο νευρικό σύστημα, με αποτέλεσμα να επηρεάζει τα όργανα που συνδέονται με αυτό.

Το αυτόνομο νευρικό σύστημα είναι υπεύθυνο για τη λειτουργία των ματιών, της καρδιάς, των πνευμόνων, του στομάχου, του εντέρου, των γεννητικών οργάνων και της ουροδόχου κύστης.

Η αυτόνομη διαβητική νευροπάθεια μπορεί να προκαλέσει συμπτώματα δυσλειτουργίας σε οποιοδήποτε από αυτά τα όργανα. Στα συμπτώματα περιλαμβάνονται:

  • Προβλήματα με την ουροδόχο κύστη ή το έντερο
  • Ανεπίγνωστη υπογλυκαιμία: η έλλειψη συμπτωμάτων κάνει τον ασθενή να μην καταλαβαίνει ότι οι τιμές γλυκόζης έχουν πέσει
  • Γαστροπάρεση: το φαγητό παραμένει στο στομάχι για μεγαλύτερο του φυσιολογικού χρονικό διάστημα ανεπαρκούς λειτουργίας του μυϊκού συστήματος του στομάχου, που έχει ως αποτέλεσμα ναυτία, έμετο και μειωμένη όρεξη.
  • Αλλαγές στην προσαρμογή των ματιών από το φως στο σκοτάδι
  • Μειωμένη ερωτική ανταπόκριση, αλλαγές στη σεξουαλική λειτουργία

Διαβητική μονονευροπάθεια

Διαβητική μονονευροπάθεια είναι το είδος διαβητικής νευροπάθειας που συνδέεται με την πρόκληση βλάβης σε ένα και μόνο νεύρο, το οποίο μπορεί να βρίσκεται στο πόδι, στον κορμό ή στο πρόσωπο κι ως εκ τούτου τα συμπτώματα που εμφανίζει ο ασθενής εστιάζονται στην ανάλογη περιοχή του σώματος.

Υπάρχουν δύο είδη διαβητικής μονονευροπάθειας: η κρανιακή και η περιφερική.

Τα συμπτώματα της διαβητικής μονονευροπάθειας περιλαμβάνουν:

  • Προβλήματα όρασης: δυσκολία εστίασης ή διπλή όραση (διπλωπία)
  • Πόνος πίσω από το ένα μάτι
  • Παράλυση στη μία πλευρά του προσώπου (παράλυση του Bell)
  • Μούδιασμα στο χέρι ή τα δάχτυλά σας (εκτός από το μικρό δάχτυλο)
  • Αδυναμία στο χέρι (μπορεί να σας πέφτουν τα αντικείμενα)

Διαβητική μυϊκή ατροφία (διαβητική αμυοτροφία)

Η διαβητική μυϊκή ατροφία συνδέεται ως επί το πλείστον με βλάβες στα νεύρα που διατρέχουν τον μηρό, το ισχίο και τους γλουτούς εμφανίζοντας έντονο, ξαφνικό πόνο στα ανώτερα τμήματα των κάτω άκρων. Μπορεί να προκαλέσει βλάβες και στα νεύρα της κοιλιακής χώρα και του θώρακα.

Τα συμπτώματα εμφανίζονται συνήθως στη μία πλευρά του σώματος, αλλά μπορεί να εξαπλωθούν στην άλλη πλευρά.

Τα συμπτώματα της διαβητικής μυϊκής ατροφίας περιλαμβάνουν:

  • Έντονο πόνο στο γοφό και στο μηρό ή στον γλουτό
  • Αδυναμία και ατροφία των μυών των μηρών
  • Δυσκολία όταν προσπαθεί ο ασθενής να σηκωθεί από καθιστή θέση
  • Έντονος πόνος στο στομάχι
  • Μονονευροπάθεια (εστιακή νευροπάθεια)

Φαρμακευτική αντιμετώπιση της διαβητικής νευροπάθειας

Ανάλογα με την κλινική εικόνα του ασθενούς, η επίπονη διαβητική νευροπάθεια αντιμετωπίζεται αρχικά με φαρμακευτική αγωγή που περιλαμβάνει παυσίπονα, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά και αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης.

Επεμβατική αντιμετώπιση της διαβητικής νευροπάθειας

Όταν τα συμπτώματα είναι επίμονα και έντονα, ο ασθενής έχει πρόσβαση σε μία σειρά μικροεπεμβατικών τεχνικών για την αντιμετώπιση του χρόνιου πόνου, όπως:

Αποκλεισμός νεύρων

Ο αποκλεισμός της αποστολής των νευρικών ώσεων έχει ως αποτέλεσμα να περιοριστεί ο χρόνιος πόνος και να βελτιωθεί η καθημερινότητα του ασθενή, χωρίς να χρειάζεται πλέον ισχυρά παυσίπονα και αντιφλεγμονώδη, όπως πριν από την επέμβαση.

Επισκληρίδιες - ενδοτρηματικές εγχύσεις

Η κατευθυνόμενη επισκληρίδια – ενδοτρηματική έγχυση είναι η χορήγηση μικρής ποσότητας στεροειδούς και μακράς διάρκειας αναισθητικού στο τρήμα από το οποίο βγαίνει μία οσφυϊκή ρίζα.

Στόχος είναι η μείωση του οιδήματος και της φλεγμονής γύρω από τη νευρική ρίζα, που έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση του πόνου.

Η κατευθυνόμενη επισκληρίδια -  ενδοτρηματική έγχυση γίνεται με τοπική αναισθησία και υπό συνεχή ακτινοσκοπικό έλεγχο. Διαρκεί περίπου 10 λεπτά και μπορεί να επαναληφθεί.

Τοποθέτηση διαδερμικού ή επισκληρίδιου διεγέρτη (νευροδιεγέρτη νωτιαίου μυελού)

Με την εμφύτευση νευροδιεγέρτη, επιτυγχάνεται η διακοπή ή η σημαντική μείωση της μετάδοσης του ερεθίσματος (“μηνύματος”) του πόνου από το αρχικό σημείο μετάδοσής του, πριν αυτό φθάσει στον εγκέφαλο.

Με βάση το ιστορικό και την κλινική εικόνα του ασθενούς, εντοπίζεται η ακριβής θέση μετάδοσης του ερεθίσματος του πόνου και ο νευροχειρουργός προχωρά στην τοποθέτηση η συσκευή νευροδιέγερσης.

Μετά την εμφύτεση, ο ασθενής εκπαιδεύεται και εφοδιάζεται με έναν φορητό προγραμματιστή ώστε να μπορεί ο ίδιος να ελέγχει την ένταση και τη διάρκεια κάθε διεγερτικής περιόδου.

Η Αμερικανική Διαβητολογική Ένωση (The American Diabetes Association)

συνιστά να γίνονται εξετάσεις για την πιθανότητα διαβητικής νευροπάθειας αμέσως μετά τη διάγνωση διαβήτη τύπου 2 και πέντε χρόνια μετά τη διάγνωση διαβήτη τύπου 1 και ετήσιο έλεγχο στη συνέχεια.