Στις ανεπτυγμένες χώρες τα νοσήματα της καρδιάς και των αγγείων αποτελούν την πρώτη αιτία θανάτου. Στην Ελλάδα 30.000 άνθρωποι πεθαίνουν αιφνίδια κάθε χρόνο, ενώ πολλαπλάσιος είναι ο αριθμός των ατόμων που πρέπει να περιορίσουν την καθημερινή τους δραστηριότητα ή να σταματήσουν την εργασία τους λόγω σημαντικής αναπηρίας από τα νοσήματα αυτά.

Πώς μπορούμε, λοιπόν, να θωρακίσουμε τον οργανισμό μας και να αντιμετωπίσουμε έγκαιρα τα πιθανά προβλήματα;

Η καλύτερη και πλέον αποτελεσματική αντιμετώπιση της στεφανιαίας νόσου είναι η πρόληψή της μέσω του ελέγχου των προδιαθεσικών παραγόντων, των ιδιαίτερων δηλαδή χαρακτηριστικών των οποίων η παρουσία αυξάνει την πιθανότητα εμφάνισής της.

Τα καρδιαγγειακά νοσήματα οφείλονται κατά κανόνα στην αρτηριοσκλήρυνση, στη συσσώρευση δηλαδή λιπιδίων και άλλων ουσιών στο τοίχωμα των αρτηριών, με συνέπεια τη στένωση του αγγείου. Οι αρτηρίες που τροφοδοτούν με αίμα τον ίδιο το μυ της καρδιάς λέγονται στεφανιαίες και όταν οι στενώσεις αφορούν σε αυτές μιλούμε για στεφανιαία νόσο, η οποία μπορεί να εκδηλωθεί ως στηθάγχη (θωρακικός πόνος που υποχωρεί σύντομα), ως έμφραγμα μυοκαρδίου (νέκρωση μέρους του καρδιακού μυός) ή και ως αιφνίδιος θάνατος.

Η καλύτερη και πλέον αποτελεσματική αντιμετώπιση της στεφανιαίας νόσου είναι η πρόληψή της μέσω του ελέγχου των προδιαθεσικών παραγόντων, των ιδιαίτερων δηλαδή χαρακτηριστικών των οποίων η παρουσία αυξάνει την πιθανότητα εμφάνισής της.

Και αυτό διότι η αντιμετώπιση της στεφανιαίας νόσου, όταν αυτή εκδηλωθεί, δεν είναι πάντα αποτελεσματική, ενώ η φαρμακευτική ή και επεμβατική αντιμετώπισή της με εγχείρηση ή αγγειοπλαστική δε θεραπεύει, απλώς επηρεάζει την εξέλιξή της.

Οι προδιαθεσικοί παράγοντες

  • Υπερλιπιδαιμία: Από τη χοληστερόλη που κυκλοφορεί στο αίμα, ένα μέρος παράγεται από τον ίδιο τον οργανισμό στο συκώτι και ένα άλλο προέρχεται από τις τροφές. Αύξηση της ολικής και της 'κακής' (LDL) χοληστερόλης ή μείωση της 'καλής' (HDL) χοληστερόλης αυξάνει σημαντικά την πιθανότητα εμφάνισης στεφανιαίας νόσου. Επιβαρυντικό ρόλο έχει και η αύξηση των τριγλυκεριδίων, ιδίως σε διαβητικές γυναίκες. Η υπερλιπιδαιμία πρέπει να αντιμετωπίζεται επιθετικά, ιδιαίτερα όταν συνυπάρχουν και άλλοι προδιαθεσικοί παράγοντες. Η σωστή διατροφή και η απώλεια βάρους είναι η βάση της θεραπείας και όταν αυτά δεν αρκούν θα πρέπει να χορηγούνται φάρμακα, όπως οι στατίνες, τα οποία έχουν υψηλή αποτελεσματικότητα και ασφάλεια.
  • Κάπνισμα: Ο κίνδυνος εμφάνισης στεφανιαίας νόσου είναι τριπλάσιος έως επταπλάσιος στους καπνιστές σε σχέση με τους μη καπνιστές και αυξάνει ανάλογα με τον αριθμό των τσιγάρων που καπνίζονται ημερησίως. Παρόμοιος είναι και ο κίνδυνος από το κάπνισμα πίπας ή πούρων. Είναι, λοιπόν, επιτακτική ανάγκη για όλους η αποφυγή του καπνίσματος. Βοήθεια για τη διακοπή μπορεί να προσφερθεί είτε φαρμακευτικά (π.χ. χορήγηση νικοτίνης για κάποιο διάστημα) είτε από ειδικά κέντρα διακοπής του καπνίσματος.
  • Σακχαρώδης διαβήτης: Η παρουσία διαβήτη είναι σημαντικός προδιαθεσικός παράγοντας για την εμφάνιση στεφανιαίας νόσου. Η σωστή παρακολούθηση και ρύθμιση των διαβητικών ασθενών και η προσπάθεια για σωστή διατροφή και διατήρηση φυσιολογικού σωματικού βάρους είναι η βάση της προσπάθειας για μείωση του κινδύνου στο σακχαρώδη διαβήτη.
  • Άλλοι παράγοντες: Η αυξημένη αρτηριακή πίεση, η παχυσαρκία (ιδιαίτερα στην κοιλιακή χώρα) αλλά και το ψυχοκοινωνικό στρες αυξάνουν επίσης τον κίνδυνο για στεφανιαία νόσο, ενώ η σωματική άσκηση και η κατανάλωση φρούτων, λαχανικών και μικρής ποσότητας οινοπνευματωδών ποτών έχουν προστατευτική δράση.

Το ερώτημα, λοιπόν, που τίθεται είναι: 'Μπορούμε να προλάβουμε τη στεφανιαία νόσο;'. Αναμφίβολα ναι. Διακοπή του καπνίσματος και ρύθμιση των λιπιδίων μειώνουν τον κίνδυνο στεφανιαίας νόσου κατά 60%, ενώ αν προστεθούν κι ο έλεγχος της υπέρτασης και του σακχαρώδη διαβήτη, η απώλεια βάρους στους παχύσαρκους, η άσκηση και η σωστή διατροφή, ο κίνδυνος μειώνεται κατά 90%.

Η γνώση αυτή θα πρέπει να είναι ένα ισχυρό κίνητρο για όλους μας, ώστε να τροποποιήσουμε τους παράγοντες κινδύνου των καρδιαγγειακών νοσημάτων, με στόχους την παράταση της διάρκειας αλλά και τη βελτίωση της ποιότητας της ζωής μας.

Πηγές: Νίκος Δ. Γεωργακόπουλος, Καρδιολόγος, Αν. Διευθυντής Β΄ Καρδιολογικής Κλινικής, Στέλιος Μ. Κωνσταντινίδης, Καρδιολόγος, Διευθυντής Β΄ Καρδιολογικής Κλινικής.