Τoυ Γιώργου Καζαντζόπουλου
Περιβαλοντολλόγος, Μέλος της Επιτροπής Περιβάλλοντος της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής

Η light διατροφή, με κατανάλωση λιγότερων θερμίδων, αποτελεί την απάντηση στις ποικίλες «διατροφικές διαστροφές» της σύγχρονης ζωής.

Τι θα γινόταν όμως αν τα κράτη ακολουθούσαν το light ως φιλοσοφία μιας οικονομίας χαμηλής σε άνθρακα; Αν γίνει μόδα η ανάγκη για την προστασία του περιβάλλοντος και του κλίματος, αυτό θα πρέπει να γίνει γρήγορα!

Η παγκόσμια οικονομία καταβροχθίζει εκατομμύρια τόνους καυσίμου, προκειμένου να αντεπεξέλθει στις ολοένα αυξανόμενες καταναλωτικές ανάγκες, για ένα καλύτερο αυτοκίνητο, μεγαλύτερο σπίτι, ρούχα με υπογραφή και τόσα άλλα. Από την άλλη, είναι άδικο και υποκριτικό να απαιτούμε από τις υπό ανάπτυξη χώρες να μην επιδιώκουν να φθάσουν τα βιοτικά επίπεδα των αναπτυγμένων.

Αποτέλεσμα αυτής της καθημερινής «διατροφής» του θηρίου, είναι ότι μόνο το 2005 οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα από την καύση ορυκτών καυσίμων αναρριχήθηκε στο ύψος ρεκόρ των 7,9 δισεκατομμυρίων τόνων, παρουσιάζοντας αύξηση της τάξεως του 3% από το 2004.

Το ήμισυ των εκπομπών που αφορούν σε ενεργειακές ανάγκες, προέρχεται κυρίως από τέσσερις χώρες. Οι ΗΠΑ με λιγότερο από 5% του παγκόσμιου πληθυσμού είναι υπεύθυνες για το 21% των εκπομπών άνθρακα. Ακολουθεί η Κίνα με 18% με τη συνοδεία της Ρωσίας, Ιαπωνίας, Ινδίας, Γερμανίας και του Καναδά.

Από τις εκπομπές αυτές, το 40% περίπου αφορά στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Ο τομέας τον μεταφορών ευθύνεται για το 20% περίπου των εκπομπών και ακολουθούν οι οικιακές κι εμπορικές χρήσεις και οι άλλοι τομείς βιομηχανίας.

Ένα ενδιαφέρον στοιχείο, είναι ότι μόνο η Κίνα σήμερα καίει για παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας περισσότερο κάρβουνο από ότι οι ΗΠΑ, η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ιαπωνία αθροιστικά. Σύμπτωση; Μπορεί και όχι. Σε κάθε κάτοικο του Κατάρ, του μικρού κράτους στον Περσικό Κόλπο, με το μεγαλύτερο κατά κεφαλήν εισόδημα στον κόσμο, αντιστοιχεί η παραγωγή 14 τόνων διοξειδίου του άνθρακα, ποσότητα μακράν μεγαλύτερη κάθε άλλου κάτοικου του πλανήτη.

Κιότο, Μόντρεαλ, Ναϊρόμπι, Μπαλί: Εκεί που γράφτηκε η ιστορία για το κλίμα

Ορισμένες πόλεις, καταγράφονται στη μνήμη μας για τα γεγονότα που συμβαίνουν εκεί. Όλα άρχισαν το 1992, όταν τα Ηνωμένα Έθνη υιοθέτησαν τη Σύμβαση Πλαίσιο για τις Κλιματικές Αλλαγές (UNFCCC), ένα κείμενο αρχών για τη σταθεροποίηση των συγκεντρώσεων των αερίων του θερμοκηπίου.

Το όργανο παρακολούθησης της Σύμβασης αυτής, είναι το Συνέδριο των συμβαλλόμενων μερών (COP), ένας θεσμός που ξεκίνησε το 1994. Το Δεκέμβριο του 1997, στο Κιότο, οργανώθηκε το 3ο Συνέδριο των μερών (COP3). Εκεί, υπογράφτηκε το γνωστό Πρωτόκολλο του Κιότο, με το οποίο αναπτυγμένες και υπό ανάπτυξη χώρες δεσμεύθηκαν να μειώσουν τις εκπομπές έξι αερίων ρύπων κατά 5,2% σε σχέση με τα επίπεδα του 1990, εντός του διαστήματος 2008-2012.

Ταυτόχρονα, θεσπίσθηκαν οι μηχανισμοί, μέσω των οποίων οι μειώσεις αυτές θα γίνονταν πράξη.

Το Πρωτόκολλο του Κιότο, τέθηκε σε εφαρμογή το Φεβρουάριο 2005 και έως σήμερα το έχουν προσυπογράψει 166 χώρες. Στο Μόντρεαλ, τον Νοέμβριο 2005, έντεκα χρόνια μετά το Κιότο, κατά τη διάρκεια του 11ου Συνεδρίου των μερών (COP11/MOP1) κι όσο ο χρόνος πλησιάζει προς την επίτευξη ή μη των στόχων του Πρωτοκόλλου του Κιότο, άρχισε να τίθεται το ερώτημα: «και μετά το 2012 τι;»

Το κλίμα είναι ...στραβό

Σε αυτό το ερώτημα τον Νοέμβριο 2006, κλήθηκαν να απαντήσουν οι περίπου 6000 συμμετέχοντες από 189 χώρες στο Συνέδριο των Ηνωμένων Εθνών για τις Κλιματικές Αλλαγές (COP12/MOP2) στο Ναϊρόμπι.

O Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ, στην εναρκτήρια ομιλία του, επισήμανε την απουσία ουσιαστικής παρέμβασης από τις κυβερνήσεις, μία απουσία που, όπως τόνισε, προκαλεί φόβο. Φτωχά ήταν τα αποτελέσματα του Συνεδρίου, όσον αφορά στις δεσμεύσεις των συμβαλλόμενων.

Οι υπόανάπτυξη χώρες αρνήθηκαν να δεσμευθούν για τις δικές τους μειώσεις εκπομπών «δείχνοντας» προς τις αναπτυγμένες χώρες. Ιδιαίτερη χροιά, λόγω και του χώρου οργάνωσης του Συνεδρίου, απέκτησε η πρόταση, η οποία έγινε αποδεκτή, για μία καλύτερη λειτουργία των μηχανισμών μείωσης των εκπομπών, έτσι ώστε περισσότερες αναπτυσσόμενες χώρες να γίνουν αποδέκτες επενδύσεων έργων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας ή καθαρών τεχνολογιών παραγωγής αγαθών.

Σύμφωνα με το Πρωτόκολλο του Κιότο, από έργα τα οποία μειώνουν τις εκπομπές σε αναπτυσσόμενες χώρες, προκύπτουν εμπορεύσιμες άδειες εκπομπών τις οποίες οι αναπτυγμένες χώρες μπορούν να αγοράζουν, ώστε να επιτύχουν τους εθνικούς τους στόχους μείωσης.

Η πλειονότητα των έργων αυτών εντοπίζεται στην Κίνα, Ινδία και Βραζιλία, ενώ πολύ λίγα να γίνονται στην Αφρική.

Οι αναδασώσεις, η διατήρηση των τροπικών δασών και πώς αυτά μπορούν να ενταχθούν στους μηχανισμούς μείωσης των εκπομπών, αποτέλεσαν αντικείμενο έντονων διαπραγματεύσεων από πλευράς των χωρών του Ισημερινού, με ηγέτη τη Βραζιλία.

Οι συμμετέχοντες στο Συνέδριο του Ναϊρόμπι ανανέωσαν το ραντεβού τους για το 2007 στο Μπαλί, χωρίς να έχουν προχωρήσει σε καθοριστικές αποφάσεις για την αποκλιμάκωση του φαινομένου των κλιματικών αλλαγών και τη λήψη νέων συγκεκριμένων μέτρων.

Ένα είναι βέβαιο. Το κλίμα του πλανήτη είναι «στραβό». Είναι όμως στο χέρι μας να το ισιώσουμε. Όπως αναφέρει και το Παγκόσμιο Ταμείο για την Άγρια Φύση (WWF): «..η κλιματική αλλαγή δεν αφορά τους δίπλα μας και δεν φταίνε μόνο οι Αμερικάνοι.

Όλοι έχουμε μερίδιο ευθύνης κι όλοι οφείλουμε να δράσουμε».

Μια έκθεση που τάραξε τα νερά

Τι άραγε ανέφερε στην ανεξάρτητη έκθεσή του ο Sir Nicholas STERN, που έκανε τον Βρετανό Πρωθυπουργό να γράψει σε ανοικτή επιστολή στους αρχηγούς των χωρών μελών της Ε.Ε., ότι «έχουμε ένα περιθώριο 10 έως 15 χρόνων να κάνουμε τα απαραίτητα βήματα, ώστε να αποφύγουμε

να φτάσουμε στο καταστροφικό σημείο που δεν έχει επιστροφή»; Κατ’ αρχήν έθεσε το θέμα στη βάση της λογικής, λέγοντας ότι «κανείς δεν είναι σε θέση να προβλέψει της συνέπειες των κλιματικών

αλλαγών με απόλυτη βεβαιότητα, αλλά παρ’ όλα αυτά, γνωρίζουμε πλέον αρκετά για να κατανοήσουμε τους κινδύνους». Η λήψη ισχυρών μέτρων για την μείωση των εκπομπών, αναφέρει, θα πρέπει να θεωρηθεί ως επένδυση, ένα κόστος που πρέπει να πληρωθεί σήμερα, ώστε να αποφευχθούν δραματικές συνέπειες στο μέλλον.

Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο STERN, ο τρόπος

αντιμετώπισης του προβλήματος, τις επόμενες δεκαετίες, θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο και να δυναμιτίσει την οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα, σε βάθος χρόνου και σε κλίμακα αντίστοιχη αυτής των παγκοσμίων πολέμων ή της οικονομικής ύφεσης του πρώτου μισού του 20ου αιώνα.

SPECIAL REPORT

Επιγραμματικά η έκθεση STERN αναφέρει:

για τη θερμοκρασία του πλανήτη

  • οι εκπομπές άνθρακα, έχουν ήδη αυξήσει τη θερμοκρασία της γης κατά μισό βαθμό Κελσίου
  • εάν δεν ληφθούν μέτρα, οι πιθανότητες να αυξηθεί η θερμοκρασία της γης κατά 2 έως τρεις βαθμούς τα επόμενα πενήντα χρόνια είναι πάνω από 75 %

για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις των κλιματικών αλλαγών

  • το λιώσιμο των πάγων αυξάνει τον κίνδυνο πλημμυρών
  • η άνοδος της στάθμης της θάλασσας θα προκαλέσει τη μόνιμη εκτόπιση 200 εκατομμυρίων ανθρώπων
  • ποσοστό περίπου 40% των ειδών της βιοποικιλότητας θα κινδυνέψει με εξαφάνιση

για τις οικονομικές επιπτώσεις

  • τα ακραία καιρικά φαινόμενα δύνανται να μειώσουν το παγκόσμιο ακαθάριστο προϊόν κατά 1%
  • σύμφωνα με το ακραίο σενάριο, η παγκόσμια κατά κεφαλή κατανάλωση δύναται να ελαττωθεί κατά 20%
  • προκειμένου να είναι δυνατή η διαχείριση των εκπομπών άνθρακα, αυτές θα πρέπει να σταθεροποιηθούν μέσα στα επόμενα 20 χρόνια και στη συνέχεια να ελαττωθούν κατά 1% έως

3%. Τούτο θα απαιτήσει δαπάνη της τάξης του 1% του παγκόσμιου ακαθάριστου προϊόντος. Αντίθετα, εάν διατηρηθεί η σημερινή τάξη πραγμάτων, θα απαιτηθεί το 20% για τους τρόπους προσαρμογής στα νέα δεδομένα

  • μείωση της ζήτησης για πολύ ρυπογόνα αγαθά και υπηρεσίες
  • προώθηση νέων καθαρότερων μορφών ενέργειας και τεχνολογίας μεταφορών, με τη χρήση μη συμβατικών ορυκτών καυσίμων, ίση με το 60% της ενεργειακής παραγωγής μέχρι το 2050.

για τις κυβερνήσεις

  • δημιουργία μιας παγκόσμιας αγοράς τιμολόγησης των εκπομπών του άνθρακα
  • επέκταση του Ευρωπαϊκού Προγράμματος Εμπορίας Εκπομπών (EETS) σε παγκόσμιο επίπεδο, ώστε να συμμετέχουν οι ΗΠΑ, Ινδία και Κίνα.
  • συνεργασία με τη Βραζιλία, Κόστα Ρίκα, Νέα Γουινέα, ώστε να αποφευχθεί η αποψίλωση των τροπικών δασών και να προωθηθεί η αειφόρος ανάπτυξη νέων δασών.