Διοξείδιο του Θείου (SO2)
Το διοξείδιο του θείου εμφανίζεται στον αέρα των αστικών περιοχών σαν προϊόν της καύσης των υδρογονανθράκων. Σε περιοχές που γίνεται μεγάλη κατανάλωση άνθρακα οι συγκεντρώσεις του διοξειδίου του θείου είναι πολύ μεγάλες σε αντίθεση με τις περιοχές στις οποίες γίνεται χρήση αερίου.
Είναι γνωστό ότι, σε σχετικά χαμηλές συγκεντρώσεις η εισπνοή διοξειδίου του θείου από ζώα και ανθρώπους προκαλεί σπασμούς των λείων μυών των βρογχίολων. Σε λίγο υψηλότερες συγκεντρώσεις παρατηρείται αυξημένη έκκριση βλέννας στους αεραγωγούς της μύτης, ενώ ακόμη υψηλότερες συγκεντρώσεις προκαλούν σοβαρούς ερεθισμούς του βλεννογόνου. Αυτές τις ερεθιστικές δράσεις του διοξειδίου του θείου επιδεινώνει ο ψυχρός καιρός. Κάτω από ορισμένες συνθήκες, που σχετίζονται με το ηλιακό φως, την παρουσία ορισμένων μετάλλων ως καταλυτών και την συγκέντρωση του διοξειδίου του θείου, το τελευταίο μετατρέπεται σε τριοξείδιο. Το αέριο αυτό είναι πολύ ερεθιστικό στον άνθρωπο. Το μίγμα αυτών των δύο αερίων, δηλαδή του διοξειδίου και τριοξειδίου του θείου παρουσία υδρατμών σχηματίζει το θειικό οξύ.

Όζον (Ο3)
Το όζον έχει και αυτό ερεθιστική επίδραση στις αναπνευστικές οδούς με τη διαφορά ότι εισέρχεται στα βαθύτερα σημεία των πνευμόνων. Το όζον που βρίσκεται στον αέρα προέρχεται συνήθως από τη δράση των φωτοχημικών αντιδράσεων πάνω στα προϊόντα καύσης. Σε πειράματα που έχουν γίνει σε
πειραματόζωα βρέθηκε ότι αν αυξηθούν οι συγκεντρώσεις όζοντος τότε είναι δυνατόν να έχουμε πνευμονικό οίδημα. Επίσης είναι δυνατό να δημιουργηθούν στους βρόγχους ινόμορφες διογκώσεις.

Μονοξείδιο άνθρακα (CO)
Το μονοξείδιο του άνθρακα είναι ένα άχρωμο χωρίς οσμή αέριο που προέρχεται κυρίως από την ατελή καύση.
Η δράση του αερίου αυτού είναι γνωστή από πολλά χρόνια και συνδέεται άμεσα με την αιμοσφαιρίνη (αιμογλοβίνη) του αίματος. Το μονοξείδιο του άνθρακα είναι βλαβερό διότι αφήνει λιγότερη αιμοσφαιρίνη που χρησιμεύει στη μεταφορά του οξυγόνου. Όταν μία σημαντική ποσότητα μονοξειδίου του άνθρακα ενώνεται με την. αιμοσφαιρίνη του αίματος τότε περιορίζεται η δέσμευση του οξυγόνου με αποτέλεσμα το οξυγόνο που εισέρχεται στους ιστούς να είναι λιγότερο.
Το πρόβλημα αυτό έχει γίνει οξύτερο τα τελευταία χρόνια λόγω της αύξησης του αριθμού των αυτοκινήτων. Σε περιπτώσεις όπως της θερμοκρασιακής αναστροφής όπου εμφανίζεται το "νέφος", οι συγκεντρώσεις του μονοξειδίου του άνθρακα αυξάνονται σημαντικά με συνέπεια τους συχνούς πονοκεφάλους. Οι περιπτώσεις αυτές γίνονται εντονότερες σε άτομα που έχουν κάποια αναιμία. Οι καπνιστές επίσης παρουσιάζουν αυξημένους πονοκεφάλους.
Από τη φύση του το μονοξείδιο του άνθρακα δεν έχει αθροιστικές ιδιότητες, δηλαδή δεν συσσωρεύεται στα ανθρώπινα όργανα. Παρόλα αυτά η έκθεση σε υψηλές συγκεντρώσεις είναι δυνατόν να έχει δηλητηριώδη επίδραση.

Φθοριούχα
Οι φθοριούχες ενώσεις είναι μία ομάδα ενώσεων οι οποίες είναι δυνατόν να έχουν κάποια επίδραση στην ανθρώπινη υγεία εκεί όπου οι συγκεντρώσεις τους είναι αρκετά υψηλές. Οι ενώσεις αυτές διακρίνονται σ' αυτές που είναι σχετικά διαλυτές, στα ανθρώπινα υγρά και στις αδιάλυτες. Επίσης σ' αυτές που είναι πολύ ερεθιστικές και διαβρωτικές, όπως το υδροφθόριο και σ' αυτές που είναι αδρανείς.
Κύριες πηγές εκπομπής των φθοριούχων ενώσεων είναι οι βιομηχανίες τεχνιτών λιπασμάτων, η παραγωγή αλουμινίου και ορισμένοι τρόποι παραγωγής ειδικών χαλύβων. Εκπομπές επίσης παρατηρούνται και σε βιομηχανίες παραγωγής τούβλων ανάλογα με την σύνθεση των πρώτων υλών που χρησιμοποιούν.
Είναι γνωστό ότι οι φθοριούχες ενώσεις είναι χημικές δραστικές ενώσεις και γι' αυτό το λόγο είναι ερεθιστικές στις επιφάνειες του σώματος όταν αυτές εκτίθενται σε υψηλές σχετικά συγκεντρώσεις. Παρόλα αυτά είναι ελάχιστα γνωστή η επίδραση των φθοριούχων ενώσεων οι οποίες απορροφώνται από το αίμα στους ανθρώπινους οργανισμούς που προέρχονται από την εισπνοή, αλλά είναι δυνατόν να επιδράσουν δυσμενώς σε κάποιο άλλο σημείο του σώματος. Η δράση μικρών ποσοτήτων φθοριούχων αλάτων που εισέρχονται στο σώμα δια της τροφής ή και πιθανόν δια της αναπνοής κατά την διάρκεια της ζωής του ανθρώπου, δεν προκαλούν δυσμενείς επιδράσεις και ως εκ τούτου οι ουσίες αυτές δεν θεωρούνται ρυπαντές. Για παράδειγμα αναφέρουμε τις ευμενείς επιδράσεις των φθοριούχων ενώσεων στην προστασία των δοντιών από την τερηδόνα. Παρόλα αυτά υψηλές συγκεντρώσεις φθορίου προκαλούν βλάβες στα δόντια ζώων που τρέφονται σε περιοχές όπου το χόρτο είναι εκτεθειμένο σε μεγάλες συγκεντρώσεις φθορίου.

Καρκινογόνες Ουσίες
Οι καρκινογόνες ουσίες που προέρχονται από βιομηχανικές πηγές δεν είναι η μόνη αιτία για τα προβλήματα του καρκίνου που σχετίζονται με την αέρια ρύπανση. Υπάρχουν, παραδείγματος χάριν, πολυκυκλικές οργανικές ενώσεις, 3,4 βενζοπυρένιο, που αποδεδειγμένα προκαλούν καρκίνο σε πειραματόζωα. Εκτός αυτών των ουσιών υπάρχουν και άλλες οργανικές ενώσεις με διαφορετική καρκινογεννητικότητα, οι οποίες δεν προέρχονται από βιομηχανική δραστηριότητα αλλά απαντώνται στον αέρα. Έχει αναφερθεί ότι ομάδες οργανικών ενώσεων και ειδικότερα το 3,4 βενζοπυρένιο, βρίσκεται στον ατμοσφαιρικό· αέρα των αστικών περιοχών σε πολύ μεγαλύτερες συγκεντρώσεις απ' ότι στον αέρα των αγροτικών περιοχών. Οι ενώσεις αυτές προέρχονται από την ατελή καύση των υδρογονανθράκων και άλλων ανθρακούχων ενώσεων. Τέτοιου είδους πολυκυκλικές ενώσεις εκλύονται, σε βιολογικά σημαντικές ποσότητες, από τις εξατμίσεις κάθε είδους τροχοφόρου.
Το ευτύχημα για τον άνθρωπο είναι ότι οι ενώσεις αυτές, παρ' όλο ότι είναι καρκινογόνες, δεν έχουν σταθερή χημική δομή, δηλαδή καταστρέφονται εύκολα από άλλες συνιστώσες του ατμοσφαιρικού αέρα και πολύ περισσότερο από τις ηλιακές ακτίνες. Έχει βρεθεί ότι μερικές μη καρκινογόνες ενώσεις βοηθούν τις καρκινογόνες να μεταφερθούν σε ιστούς που είναι πιο υποδεκτικοί στη δημιουργία καρκίνου. Ενδεικτικά μόνον αναφέρουμε ότι έχει αποδειχθεί ότι το κάπνισμα προκαλεί ή βοηθά στη δημιουργία καρκίνου του αναπνευστικού συστήματος, είτε των πνευμόνων είτε των αναπνευστικών οδών.

Κατάποση των αερίων ρυπαντών
Τα επεισόδια ρύπανσης της Κοιλάδας Meure του Βελγίου, της Donora των ΗΠΑ και του Λονδίνου στην Αγγλία έδωσαν μεταξύ άλλων συμπτώματα ναυτίας και εμετού, σε ευαίσθητα άτομα. Τα συμπτώματα αυτά μπορούν να αποδοθούν εν μέρει στο δυνατό βήχα που είχαν τα άτομα αυτά κατά την περίοδο των επεισοδίων ή μπορούν να προέρχονται από την κατάποση των εκκρίσεων του τραγχειοβρογχικού δένδρου ή ακόμη από τις προστατευτικές εκκρίσεις των αναπνευστικών οδών της μύτης.
Η κατάποση των τοξικών υλικών που πιθανώς προέρχονται από την αέρια ρύπανση είτε συλλαμβάνονται από την μύτη και το λαιμό, ακολουθώντας τους προηγούμενους μηχανισμούς, είτε καταπίνονται με το νερό ή την τροφή, σαν υδατικά διαλύματα ή αιωρήματα και σαν επικαθίσεις ή προσροφήσεις. Εκείνο που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι η χρόνια και συστηματική δηλητηρίαση της τροφικής αλυσίδας από ορισμένους αερίους ρυπαντές για τους οποίους είτε δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία, είτε δεν έχουν καθόλου διερευνηθεί.

Οσμές
Το αισθητήριο της όσφρησης υπηρετεί τον άνθρωπο με δυο τρόπους. Αφενός προάγει την αισθητική ευχαρίστηση και αφετέρου τον προειδοποιεί για την έκθεση του σ' ορισμένες επικίνδυνες ουσίες.
Ως αμυντικός μηχανισμός δεν είναι τέλειος και αυτό διότι όλα τα τοξικά αέρια δεν εκλύουν μυρωδιά. Επί πλέον οι δυσάρεστες οσμές μπορούν να προκαλέσουν ναυτία ακόμη και σε μικρές συγκεντρώσεις που είναι σχετικά αβλαβείς. Στους ιστορικούς χρόνους η ταχύτατη ανάπτυξη της Βιομηχανίας και της αστικοποίησης εξέθεσε τον άνθρωπο σε πολλών ειδών οσμές σε γεωγραφική κλίμακα από την οποία δεν μπορούσε να βγει. Αυτό οδήγησε σε κρατικό παρεμβατισμό. Πρώτο παράδειγμα που καταγράφηκε στην ιστορία είναι μία βασιλική επιστολή του 12ου αιώνα προς τον σερίφη (στρατιωτικό διοικητή περιοχής) της Οξφόρδης που τον προειδοποιούσε ότι οι συνθήκες της πόλης ήταν ανυπόφορες και ότι οι δρόμοι μύριζαν απαίσια από τα απόβλητα της βιομηχανίας και επί πλέον από το ξύγκι που έλιωναν και χρησιμοποιούσαν οι κηροπλάστες για τα κεριά έξω από το μαγαζί τους. Τα γεγονότα αυτά προκάλεσαν οργή και απέχθεια στους λόγιους της πόλης που προκάλεσαν και το βασιλικό διάταγμα συμμόρφωσης.
Οι οσμές χαρακτηρίζονται από δυο παραμέτρους την ποιότητα και την ένταση. Η εκτίμηση του κοινού για μία οσμή είναι συνήθως ηδονιστική, είτε αρέσει είτε όχι. Μία οσμή που δεν είναι αποδεκτή δεν σημαίνει ότι είναι και επικίνδυνη. Παρ' όλα αυτά εκπαιδευμένοι παρατηρητές μπορούν ν' αναγνωρίσουν διάφορες ποιότητες οσμών.
Το αισθητήριο όργανο της όσφρησης είναι ένας καφέ-κίτρινος επιφανειακός ιστός μεγέθους 2,5 τετραγωνικών εκατοστών και βρίσκεται στην οροφή της άνω αναπνευστικής κοιλότητας. Τα αισθητήρια κύτταρα καλύπτονται πάντα από μία υδαρή βλέννα. Από κάθε κύτταρο αναφύονται 1000 περίπου τριχίδια που εξέχουν από τη βλέννα.
Τα μόρια της ουσίας μεταφέρονται με τη κίνηση του αέρα στην βλέννα όπου και παγιδεύονται. Το ρουθούνισμα αυξάνει τη ροή του αέρα, αυξάνοντας έτσι τις πιθανότητες να παγιδευτούν μεγαλύτερες ποσότητες μορίων της ουσίας από τη βλέννα, κυρίως όταν οι ποσότητες που εκπέμπει η ουσία είναι ελάχιστες (λίγη μυρουδιά). Ο οσφρητικός ιστός ανταποκρίνεται ταχύτατα στα οσμηρά μόρια δίδοντας το ερέθισμα στον εγκέφαλο για τη λήψη αποφάσεων. Είναι γνωστό ότι η εμπειρία και η ευαισθησία του ατόμου όπως και η κατάσταση στην οποία βρίσκεται επηρεάζουν την ικανότητα αντίδρασης του στις διάφορες οσμές.
Ο αληθινός μηχανισμός της όσφρησης παραμένει άγνωστος. Τα στοιχεία μας αποδεικνύουν ότι η ποιότητα μιας οσμής είναι δυνατόν να εξαρτάται από το σχήμα του μορίου της οσμηρής ουσίας. Ουσίες των οποίων η σύσταση των μορίων είναι διαφορετική αλλά το σχήμα τους το ίδιο, η οσμή τους είναι της ίδιας ποιότητας. Η ποιότητα δύο διαφορετικών οσμών που βρίσκονται ταυτόχρονα στο χώρο είναι διάφορη δηλαδή δεν έχει αθροιστικές ιδιότητες αλλά δρα ξεχωριστά. Στο γεγονός αυτό στηρίζεται και το "μασκάρεμα" των οσμών (αποσμητικά χώρων, τουαλέτας κλπ), οι πιο ευχάριστες να καλύπτουν τις δυσάρεστες οσμές.

Δύο είναι τα μεγέθη που μετριούνται οι οσμές:
α) Το σημείο όπου ένα άτομο αναγνωρίζει (μυρίζει) μία μυρωδιά δηλαδή την
διακρίνει από το γενικό "φόντο", το οποίο καλείται "ανιχνευτικό μέτρο" και
β) Το σημείο εκείνο που αναγνωρίζεται η μυρωδιά και αντιστοιχεί στο "αναγνωριστικό μέτρο".
Και τα δύο αυτά μέτρα εξαρτώνται κατά κύριο λόγο από την συγκέντρωση της ουσίας στο περιβάλλον και ποικίλουν από άτομο σε άτομο.
Έχοντας υπόψη τα στοιχεία αυτά είναι πολύ δύσκολο να τεθούν αντικειμενικά κριτήρια και όρια για τις οσμηρές ουσίες. Παρόλα αυτά έχει γίνει προσπάθεια διεθνώς και έχουν βρεθεί ορισμένες αντικειμενικές διαδικασίες για την θέσπιση προτύπων ορίων.